Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Τα μυστικά των Ημερολογίων


ta-mystika-ton-imerologion
Η αρχιχρονιά, ή Πρωτοχρονιά, όπως έχουμε περισσότερο συνηθίσει να την λέμε, είναι μια από τις πιο αγαπημένες γιορτές των Ελλήνων, αλλά και ολόκληρης σχεδόν της ανθρωπότητας. Έχει καθιερωθεί στους περισσότερους λαούς του κόσμου να γιορτάζουν σαν πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου και είναι γεγονός πλέον η ύπαρξη δορυφορικών εκπομπών από όλες τις χώρες προς όλες τις χώρες της γης, για μια όσο το δυνατόν πιο «συντονισμένη» αλλαγή του χρόνου, παρ’ όλη τη διαφορά της ώρας. Από την Αυστραλία και την Ιαπωνία μέχρι τη Βρετανία και την Ισλανδία, έως τις χώρες της Μεσογείου, οι άνθρωποι γιορτάζουν με χαρά και πανηγυρισμούς την Πρωτοχρονιά, ίσως γιατί κάθε νέος χρόνος φέρνει μαζί του την ελπίδα για καλύτερες μέρες. 
 
Η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν ημέρα της πρώτης του χρόνου από τους Ρωμαίους το 153 π.Χ. Στο Βυζάντιο η 1η Ιανουαρίου υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε σαν ημέρα πρωτοχρονιάς το 1000 μ.Χ. 
 
Πριν από το 153 π.Χ., σαν πρώτη του έτους ημέρα, εορταζόταν η 1η Μαρτίου, ενώ σε άλλες περιοχές του τότε γνωστού κόσμου η πρώτη ή η ενδέκατη Σεπτεμβρίου, αλλά και η πρώτη νουμηνία (αρχή της νέας Σελήνης) μετά το θερινό ηλιοστάσιο (21η Ιουνίου), όπως συνέβαινε στο αττικό σεληνιακό ημερολόγιο ή η πρώτη νουμηνία μετά την φθινοπωρινή ισημερία, όπως ίσχυε στο μακεδονικό ημερολόγιο. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα κάτι που συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας. Εάν η πρώτη Μαρτίου εκληφθεί σαν η πρώτη ημέρα του χρόνου, τότε δικαιολογείται και μιας άλλη μορφής αρίθμηση των μηνών του έτους, σύμφωνα με την οποία ο Σεπτέμβριος, ο Οκτώβριος, ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος είναι ανιστοίχως ο έβδομος (επτά-Σεπτέμβριος), ο όγδοος (οκτώ-Οκτώβριος) ο ένατος (εννέα-Νοέμβριος] και ο δέκατος (δέκα-Δεκέμβριος) μήνας του χρόνου. Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος είναι ο 11ος και 12ος μήνας αντιστοίχως του έτους σε αυτήν την περίπτωση. Κατανοούμε ότι μέσα από μια εσωτερική μυστική παράδοση όπου ο Μάρτιος είναι ο μήνας της εαρινής ισημερίας, όπου έχουμε ίση ημέρα – ίση νύκτα, ίσο φως – ίσο σκοτάδι και αρχίζει κατόπιν μια σταδιακή αύξηση του φωτός εις βάρος του σκότους μυημένοι των ιερατείων «περνούν» το συμβολισμό της σύλληψης του εμβρύου του θεού του φωτός ή σε άλλο κωδικοποιημένο συμβολισμό την ανάσταση το Θεού. 
 
Γι’ αυτό άλλωστε στην πρώτη περίπτωση από, την 25η Μαρτίου (περίοδος εαρινής ισημερίας) έως την 25η Δεκεμβρίου, ημέρα γέννησης του Χριστού, παρέρχεται χρόνος εννέα μηνών ακριβώς. Το σημαντικότερο, που πρέπει όμως να προσέξουμε εδώ, είναι η καλά κρυμμένη και κωδικοποιημένη σημασία των ημερομηνιών που λαμβάνονται σαν Πρωτοχρονιές. Ενώ λογικά η μετά την γέννηση του Χριστού χρονολόγηση θα έπρεπε να ξεκινά από την 25η Δεκεμβρίου που είναι το σημείο αντιστροφής της χρονολόγησης, όλως περιέργως, ξεκινά μια εβδομάδα αργότερα, την πρώτη Ιανουαρίου, που είναι η πρώτη ενός μηνός, αφιερωμένου στον αγαπημένο Θεό των Ρωμαίων Ιανό, το θεό των θεών, όπως τον αποκαλούσαν. Ο χριστιανικός κόσμος θεωρεί σαν πρώτη ημέρα του χρόνου την πρώτη Ιανουαρίου επειδή αυτή ήταν όπως λέγεται η ημέρα της περιτομής του Ιησού. Ο Γ.Ζ. Κωσταντινίδης γράφει στο λεξικά του της Αγίας Γραφής: «Παρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας η περιτομή του Ιησού Χριστού εορτάζεται μετά οκτώ ημέρας από τα Χριστούγεννα, ήτοι την 1ην Ιανουαρίου». Στο Λουκά διαβάζουμε επίσης: «Όταν συμπληρώθηκαν οκτώ μέρες, έκαναν στο παιδί περιτομή και του έδωσαν το όνομα Ιησούς». Γνωστά σε κάποιους από μας ίσως είναι και κάποια θρακομακεδονικά κάλαντα που ξεκινούν ως εξής: «Πρωτοχρονιά του χρόνου αρχή η του Χριστού περιτομή και η μνήμη του Αγίου του Μεγάλου Βασιλείου». 
 
 
Προκύπτει όμως αμέσως ένα μεγάλο ερώτημα: Αφού η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε σαν Πρωτοχρονιά το 153 π.Χ., πώς είναι δυνατόν να συνέπεσε με τόση ακρίβεια ώστε 153 χρόνια αργότερα ο Χριστός να γεννιέται την 25η Δεκεμβρίου (ημέρα γέννησης και του Μίθρα), ώστε να μεσολαβούν ακριβώς 8 ημέρες μέχρι την περιτομή του, την 1η Ιανουαρίου; Μια θεία χριστιανοκεντρική διαδικασία ελάμβανε υπόψη της ένα παγανιστικό ημερολόγιο, τους Εβραίους, οι οποίοι ακολουθούσαν άλλη ημερολογιακή διαδικασία; 
 
Και κάτι ακόμη: Πόσοι άραγε γνωρίζουν ότι η αρχή της ισχύουσας χρονολόγησης, αλλά και η Πρωτοχρονιά μεχρι τις μέρες μας έχει καθιερωθεί εξαιτίας της εβραϊκής περιτομής του Χριστού και όχι εξαιτίας της γέννησής του; Αλλά και στην Πάτμο, ένα από τα σημαντικά κέντρα του χριστιανισμού, γιατί εορτάζεται η Πρωτοχρονιά το Σεπτέμβριο και αποκαλείται Πρωτοσεπτεμβρία;
Φαίνεται ότι κάτι γκριζοσκότεινο κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Είναι αυτό που ο λαός απλά λέει «το παιχνίδι μοιάζει να είναι στημένο».
Όπως θα δούμε στη συνέχεια εδώ κρύβεται μια πολύπλοκη διαδικτύωση σε πλανητικό επίπεδο κάποιων ιερατείων που άλλοτε συνεργάζονται και άλλοτε περνούν στην αντιπαλότητα.
Στο άρθρο μου (τεύχος 3 του «Ιχώρ») έχω ήδη μιλήσει για τα «ιερατεία βορρά και νότου» που συμβολικά θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε και ιερατεία του αετού και του φιδιού, μιας ουράνιας και μιας χθόνιας λατρείας. Όπου οι θεότητες εμφανίζονται ουράνιες, οι λαοί που τους τιμούν αναπτύσσουν μονοκρατορικά θρησκευτικοπολιτικοκοινωνικά καθεστώτα. Όπου οι λατρείες είναι χθόνιες εμφανίζονται κοινωνίες χωρίς ιδιαίτερες δομές με τάσεις προς την αναρχία. Όπου οι ουράνιες και χθόνιες θεότητες αλληλοδιαπλέκονται, εκεί έχουμε φαινόμενα δημοκρατικής διακυβέρνησης είτε μέσω της διαδικασίας του κλήρου ή μέσω της δημογεροντίας ή από έναν συνδυασμό και των δύο. 
 
 
Η Ρώμη το 506 προχωρά στην δημοκρατία ακολουθώντας την Αθήνα του Κλεισθένη, που ήδη από το 507 με την βοήθεια του Ιερατείου της Ελευσίνας είχε προχωρήσει σε δημοκτατικές μεταρρυθμίσεις. Ο Κλεισθένης καταγόταν από το γένος των Ευμολπιδών που με κληρονομικό δικαίωμα είχαν τον τίτλο των Ιεροφαντών των Μυστηρίων. Εάν ο μυστικός θεός των Ελευσινίων Μυστηρίων είναι ο Ίακχος-Βάκχος-Διόνυσος που συμβολίζεται με τον ταύρο, ένα ζώο σύμβολο δύναμης αλλά και γονιμότητας, αφού οργώνει το χωράφι για να πέσει ο σπόρος, τότε ο θάνατός του από το ξίφος του Μίθρα, μιας ηλιακής θεότητας (σκηνή που συναντάμε συχνά σε αρχαία γλυπτά) σημαίνει το κτύπημα της ουράνιας δύναμης στο ον της γαίας-χθονός που πρέπει να θυσιασθεί για να τροφοδοτήσει και να θρέψει ενεργειακά τους ανώτερους κόσμους.
Η 25η Δεκεμβρίου λοιπόν παραδοσιακά εθεωρείτο στα προ Χριστού χρόνια σαν η ημέρα γέννησης του Μιθρα, ενός άλλου αγαπημένου θεου των Ρωμαίων, ειδικά των Ρωμαίων λεγεωνάριων, που έχουν σαν σύμβολο τον χρυσαετό. Οι λεγεωνάριοι, ακολουθώντας την χαμένη βαθιά στον χρόνο παράδοση των στρατιωτικών μυστικών εταιρειών, είχαν σαν πυρήνα τους μια εξαιρετικής ισχύος μυστική εταιρεία, η οποία λειτουργούσε σαν κινητήριος δύναμή τους. Ήταν η αδελφότητα την Αρβάλων, όπου οι εταίροι λάτρευαν τον Ιανό σαν πατέρα τους, μαζί με την μόνιμη συντροφιά του, τον Γιούπιτερ-Δία, ουράνια οντότητα. Μας επιτρέπεται λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο Μίθρας είναι μια μορφή του Απόλλωνος, αλλά και του Διονύσου Ερυθρέως, θεού του πολέμου, που γίνεται Ρούντρα στην Ινδία.
 
 Ο Μίθρας γεννιόταν την 25η Δεκεμβρίου ελπίζοντας ότι θα φέρει με την γέννησή του την ισορροπία στο κοσμικό στερέωμα στον ουρανό και στη γη. Δόξα στα ύψιστα και ειρήνη στη γη. Όμως και ο Ιανός ξεκινούσε τη ζωή του με παρόμοιες προσδοκίες για ισορροπία στον κόσμο και εποπτεία στον πόλεμο και στην ειρήνη.
Οι Μίθρας-Απόλλων-Διόνυσος και ο Ιανός, ο θεός των θεών αποτελούσαν και οι δύο μαζί τις άλλες όψεις της αυτής θεϊκής οντότητας για τους μυημένους Ρωμαίους. Μόνο έτσι προκύπτει λογική συνέχεια στο γεγονός ότι η χρονολόγηση, που ισχύει μέχρι τις μέρες μας και ξεκινά μετά την γέννηση του Χριστού, αρχίζει να λογαριάζεται μια εβδομάδα μετά την γέννηση του Μεσσία. Ο θεός λοιπόν της 25ης Δεκεμβρίου και της 1ης Ιανουαρίου, πέρα από τις φαινομενικές διαφορές, θα πρέπει να είναι η ίδια θεία οντότητα. Μάλιστα πολύ πιθανόν φαίνεται να είναι ότι και η 7η Ιανουαρίου, η αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, προστάτη των Ιωαννιτών, κρύβει μέσα από τους συμβολικούς ήχους τον Ιανό-Ιωάννη. Άλλωστε όλοι γνωρίζουμε την αναφορά στην Αγία Γραφή όπου ο Ιωάννης ο Πρόδρομος φέρεται να έχει υπάρξει στο παρελθόν και σαν προφήτης Ηλίας, δηλαδή σαν ήλιος. Επίσης και το ότι γεννιέται ταυτόχρονα με τον Χριστό δεν είναι μια απλή σύμπτωση. 
 

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Tο δέντρο στην ελληνική μυθολογία

magic-tree

 Παρατήρηση των μεταβολών στον φυτικό κόσμο μέσα στον κύκλο των εποχών, και η συμμόρφωσή του σε αυτές, αποτέλεσε για τον πρωτόγονο άνθρωπο θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιβίωσή του. Άμεσα εξαρτημένος από τον κύκλο της βλάστησης, στάθηκε με δέος απέναντι στη Γη και στην αστείρευτη αναπαραγωγική ικανότητά της. Tην αέναη αυτή δύναμη ο πρωτόγονος τη λάτρεψε προσωποποιώντας την στη μορφή της Mεγάλης Θεάς, και τίμησε το φαινόμενο της εποχικής περιοδικότητας της βλάστησης στη μορφή του συζύγου ή εραστή της, του ωραίου «θνήσκοντος» θεού που πεθαίνει και ανασταίνεται κάθε χρόνο.
Πατήστε στην εικόνα για να τη δείτε σε μεγένθυνση Όνομα: 1.jpg Εμφανίσεις: 186 Μέγεθος: 11,0 KB
H λατρεία της Mεγάλης Θεάς συνδέεται κατά κανόνα με το ιερό δέντρο της, αλλά και με το νερό της ζωής, καθώς δεν μπορεί να υπάρξει βλάστηση χωρίς νερό. Tον χθόνιο χαρακτήρα της θεάς υπογραμμίζει η συσχέτισή της με το φίδι, που η ιδιότητά του να αποβάλλει εποχικά το δέρμα του και να εμφανίζεται αναγεννώμενο οδήγησε νωρίς στην ανάδειξή τους σε χθόνιο σύμβολο ανανέωσης των ζωτικών δυνάμεων της ζωής, σε «αγαθό δαίμονα», σε στοιχειό-προστάτη του «οίκου» με την ευρύτερη έννοια. H μινωική Mεγάλη Θεά εικονίζεται να κρατάει στα χέρια ή να έχει τυλιγμένο γύρω από τον κορμό της ένα φίδι, που συνδέεται και με το ιερό δένδρο της, το δένδρο της ζωής: το μυθικό δέντρο που φυτρώνει στο μέσο του κήπου των Eσπερίδων, μια μηλιά που οι καρποί της χαρίζουν αιώνια νιότη και που τη φυλάει ένα δρακοντόφιδο κουλουριασμένο γύρω της. Mε το ιερό δένδρο είναι επίσης συνδεδεμένα τα πουλιά, που φωλιάζουν στα κλαδιά του και που, αργότερα, τα αναγνωρίζουμε ως ιερά πτηνά καθενός από τους Oλυμπίους θεούς.
 
Στη μινωική λατρεία το κατ’ εξοχήν ιερό δένδρο είναι η ελιά. aιωνόβια και αειθαλή τα ελαιόδενδρα, με ρωμαλέους κορμούς και κλώνους, καρπίζοντας κάθε χρόνο προσέφεραν τις ελιές και το λάδι, πολυτιμότατα προϊόντα για τον άνθρωπο. Oι Mυκηναίοι υιοθέτησαν τη μινωική θεά της βλάστησης, όπως δείχνουν οι εικονίσεις σε χρυσά δακτυλίδια των Mυκηνών και της Tίρυνθας. Ως πολεμικός λαός όμως, τη λάτρεψαν και ως πολεμική θεά ή προστάτιδα των ακροπόλεών τους. Eτσι, η θεά προστάτιδα της aκρόπολης των aθηνών, η «γλαυκώπις» (= με μάτια, ή όψη, κουκουβάγιας) aθηνά, με ιερό πουλί τη γλαύκα και ιερό δένδρο την ελιά, φαίνεται να είναι αυτή η ίδια η Πότνια aθηνά των πινακίδων της Γραμμικής γραφής B.
 
 Αναγεννητικές δυνάμεις
 
Στο υπερκόσμιο ιερό δένδρο της ζωής αναγνωρίζονται αναγεννητικές δυνάμεις, που επιμερίζονται στα κατά κόσμον δέντρα. Eτσι, οι αρχαίοι πάνω στους τάφους φύτευαν (ή άφηναν να φυτρώσουν μόνα τους) δένδρα, έθιμο που διατηρείται ακόμα. H ελιά ως αειθαλής και αιωνόβια έχαιρε προτίμησης: στο μνήμα της Yπερόχης και της Λαοδίκης, στο ιερό της aρτεμίδος στη Δήλο, φύτρωνε, μας πληροφορεί ο Hρόδοτος (Iστ. Δ΄, 33. 34), μια ελιά, και ο Παυσανίας μας λέει για τις ελιές στον περίβολο του μνήματος του aιακού στην aίγινα (Kορινθ. 29,8) και στον τάφο της Iνώς στα Mέγαρα (aττ. 42,7). aλλά δεν είναι μόνο η ελιά: «πτελέας» (φτελιές) φυτεύουν οι νύμφες Oρεστιάδες πάνω στον τάφο του Hετίωνα (Iλιάδα Z΄ 419) και οι aργοναύτες κάτω από μια ψηλόκορμη λεύκα θάβουν τον Kάνθο (aπολλ. aργ. Δ, 1467). Στο μνήμα, τέλος, του Mενοικέα στη Θήβα φύτρωνε μια ροδιά (Παυσ. Bοιωτ. 25,1).
 
Σε αρχαίες παραστάσεις το δένδρο της δενδρολατρείας συνοδεύει σχεδόν πάντα ένα φίδι-φύλακας. Φίδι και δένδρο είναι και τα δύο σύμβολα ανανέωσης της ζωής, το φίδι επειδή, όπως είπαμε, αλλάζει το δέρμα του, το δένδρο γιατί, αν είναι αειθαλές κρατάει τα φύλλα του (ικμάδα), ή βγάζει νέα φύλλα, αν είναι φυλλοβόλο (αναγέννηση). Γι’ αυτό κλαριά και φύλλα χρησιμοποιούνταν σε μυητικές τελετές και συμβόλιζαν τη μυητική αναγέννηση του μύστη, ή αποτελούσαν το συμβολικό νεκροκρέβατό του. Oι Iδαίοι Δάκτυλοι στην Oλυμπία κοιμούνταν, μας πληροφορεί ο Παυσανίας (Hλ. I, 7,7), επάνω σε χλωρά φύλλα ελιάς, οι Σπαρτιάτες έφηβοι επάνω σε κομμένα καλάμια (Πλουτ. Λυκ., 18), η Πυθία επάνω σε δάφνες (Kαλλιμ. Απόσπ. 194,26). Στα Θεσμοφόρια οι γυναίκες κάθονταν πάνω σε στιβάδες λυγαριάς, οι εορταστές των Mεγάλων Διονυσίων σε στιβάδες κισσού. Oι Σπαρτιάτες απέθεταν τον νεκρό επάνω σε φοινικόφυλλα και φύλλα ελιάς· οι Πυθαγόρειοι τον τύλιγαν με φύλλα μυρτιάς, ελιάς και λεύκας. Στην aθήνα έθαβαν τον νεκρό επάνω σε κληματόφυλλα και φύλλα ελιάς. Kαι ο Eμπεδοκλής, που πίστευε ότι κάποτε μεταξύ άλλων υπήρξε και θάμνος, θεωρούσε ότι η καλύτερη «μετενσάρκωση» σε φυτό είναι σε δάφνη (Απόσπ. 117, 127).
 
Tο δένδρο -και μαζί το νερό της ζωής- συναντούμε στο Oρφικό χρυσόφυλλο με οδηγίες στον νεκρό για το ταξίδι του στον κάτω κόσμο και τι θα συναντήσει στον δρόμο του: ένα λευκό κυπαρίσσι και δύο βρύσες, τη βρύση της Mνημοσύνης με το νερό της ζωής, και τη βρύση της Λησμοσύνης με το νερό του θανάτου (Oρφ. aπόσπ. 32α).

Πατήστε στην εικόνα για να τη δείτε σε μεγένθυνση Όνομα: 2.jpg Εμφανίσεις: 123 Μέγεθος: 8,4 KB

Mαντική δάφνη
 Αλλά το ιερό δένδρο της ζωής είναι επίσης δένδρο μαντικό, άρα και δένδρο γνώσεως. Tο αρχαιότατο δελφικό μαντείο στο Kωρύκειο άντρο του Παρνασσού ανήκε στη Γαία ή Θέμιδα ή Nύχτα. Oι τρεις νύμφες -μορφές, ίσως, της ίδιας θεάς Γης ή «κόρες» της- που δρούσαν σαν μεσάζοντα πνεύματα μεταξύ της θεάς και των ανθρώπων, ονομάζονταν πιθανόν Kωρυκεία, Δάφνη και Θυία. aυτές δίδαξαν, λέει ο μύθος, τη μαντική τέχνη στον aπόλλωνα, κι ήταν όλες τους αγαπημένες του. Mόνο η Δάφνη, κόρη του ποταμού Λάδωνα και της Γης, αντιστάθηκε στην επιθυμία του aπόλλωνα να ενωθεί μαζί της, και για να ξεφύγει παρακάλεσε τη μάνα Γη, που τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δένδρο (Παυσ. Φωκ. 7, 8). H δάφνη υπήρξε το μαντικό δένδρο του aπόλλωνα στους Δελφούς μέχρι τέλους, δηλαδή ώς τα τέλη του 4ου μεταχριστιανικού αιώνα, οπότε το δελφικό μαντείο εσίγησε: Eίπατε τω βασιλεί, χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά. Oυκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, ου παγάν λαλέουσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ. «Πέστε του βασιλιά γκρεμίστηκαν οι πλουμιστές αυλές, δεν έχει ο Φοίβος πια καλύβι, ουδέ προφητικιά ‘χει δάφνη, μήτε πηγή που να λαλεί· και το μιλητικό νερό βουβάθη»: έτσι μετέφρασε ο Kαζαντζάκης τον χρησμό που δόθηκε από το μαντείο των Δελφών στον ιατρό Oρειβάσιο, απεσταλμένο του αυτοκράτορα Iουλιανού (360-363).
 

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ - Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΟΥ ΑΝΙΚΗΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

O όρος της αστρονομίας «Χειμερινό Ηλιοστάσιο» χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει μία συγκεκριμένη στιγμή του έτους, όταν ο ήλιος βρίσκεται στη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση νοτίως του ισημερινού. Ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται και για να χαρακτηρίσει το αντίστοιχο σημείο από τη μεγαλύτερη δυνατή απόκλιση της εκλειπτικής από τον ουράνιο ισημερινό. Το χειμερινό ηλιοστάσιο συμβαίνει κάθε χρόνο στο Βόρειο Ημισφαίριο της Γης στις 21 ή 22 Δεκεμβρίου, οπότε παρατηρείται η μικρότερη ημέρα και η μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Ορίζεται δε ως η επίσημη έναρξη του χειμώνα. Αντίστροφα, στο Νότιο Ημισφαίριο παρατηρείται η μικρότερη νύχτα του χρόνου και ορίζεται ως η επίσημη έναρξη του καλοκαιριού.


Το «Λιοστάσι» στην λαογραφία Στην Αρχαία Ελλάδα στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο γιόρταζαν την γέννηση του Διονύσου, γιου του Δία και της παρθένου Σεμέλης, τον οποίον αποκαλούσαν «σωτήρα» και «θείο βρέφος», ήταν ο «καλός ποιμένας» και οι ιερείς του κρατούσαν την ποιμενική ράβδο. Τον χειμώνα οι Έλληνες θρηνούσαν για τον σκοτωμό του από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννησή του. Ο ήλιος λατρεύονταν από τους Αρχαίους Έλληνες σαν Θεός και τον απεικόνιζαν πάνω σε πύρινο άρμα όπου ξεκινώντας κάθε πρωί σκόρπιζε το φως του στην γη.

Επίσης τον ταύτιζαν με τον Απόλλωνα τον Θεό του φωτός. Με την πάροδο των αιώνων τα γενέθλια του Θεού Ήλιου μετετράπηκαν σε γενέθλια του Υιού του Θεού, παράδοση που πέρασε και στους εκκλησιαστικούς πατέρες. Οι Ρωμαίοι στις 25 Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Βρουμάλια (Brumalia < bruma = η τροπή του Ηλίου), που ήταν αφιερωμένα στη μικρότερη ημέρα του χρόνου και στα γενέθλια του Μίθρα, του ανίκητου Ήλιου (Dies Natalis Solis Invicti), που είχε καθιερωθεί επί αυτοκράτορα Αυρηλιανού το 275. Νωρίτερα, οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τα Σατουρνάλια (17-23 Δεκεμβρίου), όπου επικρατούσε κλίμα γενικής ευφορίας και ανταλλάσσονταν δώρα. Και οι δύο αυτές γιορτές είχαν αναφορές στα αρχαιοελληνικά Κρόνια.

Στα βυζαντινά χρόνια τα Βρουμάλια διαρκούσαν από τις 24 Δεκεμβρίου έως τις 17 Ιανουαρίου. Τις ημέρες αυτές οι αυτοκράτορες προσέφεραν δώρα στους συγγενείς τους φίλους και στο προσωπικό των ανακτόρων. Η Σύνοδος της Ρώμης το 743 κατάργησε τις γιορτές, θεωρώντας τες ειδωλολατρικές. Οι Χριστιανοί ήδη από τον έκτο αιώνα γιόρταζαν στις 25 Δεκεμβρίου αντί του Μίθρα τον «Ήλιο της Δικαιοσύνης» τον Ιησού Χριστό και τη γέννησή του.

21 Δεκεμβρίου: Χειμερινό Ηλιοστάσιο και η Γέννηση του Διονύσου

Μετά τις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά και η ημέρα να μεγαλώνει.
 
Οι ημέρες γύρω από το Χειμερινό Ηλιοστάσιο έχουν μια σπουδαία αστρονομική σημασία.
 
Στις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο σημείο του, και φαίνεται να στέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει.
 
Μένει σταθερός από τις 21 έως τις 24 Δεκεμβρίου, όπου είναι και οι μικρότερες μέρες του χρόνου. Αυτές τις τρεις ημέρες φαίνεται σαν να πεθαίνει.
 
Τα Ηλιοστάσια και οι Ισημερίες σημειοδοτούν την αρχή κάθε εποχής. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι η αρχή του χειμώνα, μιας σκληρής εποχής για τα άτομα που ζουν στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης.
 
Οι ιερείς διαφόρων θρησκειών έκαναν δεήσεις προς τον Ήλιο για να μην χαθεί οριστικά κάτω από τον ορίζοντα στην προαιώνια πορεία του προς το Νότιο ημισφαίριο.
 
Μετά τις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά και η ημέρα να μεγαλώνει. Σταματάει τη κίνηση του προς το νότο και στρέφεται προς βορρά. Οι άνθρωποι σε διάφορα σημεία του πλανήτη πανηγύριζαν που ο ήλιος για μια ακόμα φορά πέρασε από το Χειμερινό Ηλιοστάσιο και ξαναγεννήθηκε.
 
Ο ‘Ήλιος λατρεύτηκε από του αρχαίους λαούς σαν Θεός, γι αυτό πολλές θρησκείες είχαν τοποθετήσει σε αυτή την περίοδο πολύ πριν από την έλευση του Χριστιανισμού, τη γέννηση των Θεών τους.
 
Στην αρχαία Ελλάδα στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο γιόρταζαν τη γέννηση του Διονύσου, γιου του Δία και της παρθένου Σεμέλης. Τον αποκαλούσαν «σωτήρα» και «θείο βρέφος». Ήταν ο «καλός ποιμένας», οι ιερείς του οποίου κρατούσαν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με τον Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννηση του.
 
Οι ιέρειες τότε ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε».
 
Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους Έλληνες σαν θεός, μιας που γι αυτούς ο Ήλιος, ήταν ο δημιουργός των εποχών του έτους, και του κύκλου των φαινομένων και των εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές , από τη σπορά έως τη βλάστηση και από την ανθοφορία έως τη συγκομιδή.
 
Τον απεικόνιζαν πάνω σε ένα πύρινο άρμα να ξεκινά κάθε πρωί, να διατρέχει τον ουρανό και να σκορπίζει το φως στη Γη. Τον ταύτιζαν επίσης με το Φοίβο Απόλλωνα, το θεό του Φωτός.
 
Αναπαριστούσαν την κίνηση του ηλίου με τη ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, και μεγάλωνε βαθμιαία όπως αυξανόταν το φως του ηλίου μέχρι την Εαρινή Ισημερία όπου ή ημέρα εξισώνεται με τη νύχτα. Τότε η Ήλιος νικά το σκοτάδι, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγέννηση της φύσης μέσα από τη μήτρα της Γης.
 
Η γιορτή αυτή πέρασε και στην αρχαία Ρώμη όπου γιόρταζαν τα Σατουρνάλια, προς τιμή του θεού Κρόνου, αλλά και της θεάς Δήμητρας, όπου θυσίαζαν χοίρους για την ευφορία της Γης. Ήταν μια από τις σημαντικότερες γιορτές και ονομαζόταν «η ημέρα του αήττητου ήλιου».

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Ίρις: Η χρυσόπτερη θεά του Λόγου και της Δικαιοσύνης


iris
Η Ίριδα ήταν κόρη του Θάμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας ή κατ΄ άλλη εκδοχή της Άρκης, την οποία τιμώρησε ο Ζευς διότι κατά την Τιτανομαχία βοήθησε τους Τιτάνες. Ήταν φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα, γνωστή ως πιστή και γοργοπόδαρη αγγελιοφόρος των θεών.
Η Ίριδα πετά όπως ο άνεμος ή όπως η πνοή της θύελλας, κατεβαίνει με ταχύτητα από τον ουρανό στη γη, όπως πέφτουν από τα σύννεφα το χιόνι και το χαλάζι.
Φορά χρυσά φτερωτά πέδιλα, χρυσά φτερά, κοντό χιτώνα και κρατούσε στο χέρι κηρύκειο. Στην τέχνη των αρχαίων παριστάνεται ντυμένη με ευρύχωρο χιτώνα, που κυματίζει στον αιθέρα, κρατά στο χέρι κηρύκειο, όπως ο Ερμής και σε μερικές περιπτώσεις, υδρία…
Στην «Θεογονία» του Ησίοδου παρουσιάζεται ως αδερφή των Αρπυιών και κόρη του Θαύμαντος και της ωκεανίδας Ηλέκτρας, γι’ αυτό και ο Ησίοδος την αποκαλεί «Θαυμαντιάς». H Ίρις είχε πολλά επίθετα, όπως για παράδειγμα: πόδας ὠκέα – ποδήνεμος ὠκέα και Θαυμαντιάςή Θαύμαντος (Θυγατέρα του Θαύμαντος, θαυματουργή).
Στην Ιλιάδα του Ομήρου περιγράφεται ως «Ἀελλόπους», δηλαδή «αυτή που τρέχει γρήγορα, που μοιάζει με καταιγίδα». Αυτό το επίθετο της αποδίδεται από τον Όμηρο, επειδή η Ίρις με ένα αγγείο συνήθιζε να ρίχνει επάνω από τα σύννεφα νερό, το οποίο πρώτα το γέμιζε με θαλασσινό νερό. Η Ίριδα αποκαλείται «ἄγγελος ὠκύς» (Οδύσσεια, π 468 – μ 374). Στον Όμηρο βλέπουμε ότι υπάρχει μια έντονη πάρουσία της θεάς Ίριδας.
Η Ίρις ήταν σύζυγος του θεού Ζέφυρου, ο οποίος είναι ο θεός των ανέμων. Από την ένωση της με τον θεό Ζέφυρο, η Ίρις απέκτησε τον Πόθο (Νόννος, Διονυσιακά ). Σύμφωνα με τον Νόννο, ο Υδάσπης είναι ο αδερφός της Ίριδας (βιβλ. 26, στ. 355-365).

Μετέφερε τα μηνύματά του Δία και της Ήρας είτε σε άλλους θεούς, είτε στους ανθρώπους ή πάλι της ανέθεταν να μεσολαβεί ανάμεσα στους θεούς, κάθε φορά που προέκυπτε κάποιο πρόβλημα.
Αδερφές της θεωρούνταν οι Άρπυιες, που ήταν κι αυτές φτερωτές, ανάλαφρες και αεικίνητες, σαν τον άνεμο και τη θύελλα και ζευγάρωνε με τον Ζέφυρο.
Βασικό της καθήκον ήταν να συμβάλλει στην απονομή δικαιοσύνης, κάθε φορά που ξεσπούσαν καβγάδες ή αντιζηλίες στον Όλυμπο μεταξύ των θεών ή ακόμη σε περίπτωση που κάποιος θεός έλεγε ψέματα. Τότε η Ίριδα έπρεπε να πετάξει ψηλά μέχρι την κατοικία της Στύγας, εκεί όπου ο Ουρανός στηριζόταν πάνω σε ασημένιες κολόνες. Από το σημείο εκείνο έπεφτε το περίφημο ιερό νερό της Στύγας, με το οποίο γέμιζε ηΊριδα ένα χρυσό κύπελλο και το πήγαινε στον Όλυμπο. Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό για να μεταφέρει από τη Στύγα σε χρυσή υδροχόη, το για τον όρκο των θεών «ιερό ύδωρ» χαρασσόταν επτάχρωμος.
Αν κάποιος θεός ορκιζόταν στο νερό αυτό ψέματα, έπεφτε κάτω αμέσως, χωρίς πνοή και χωρίς να έχει τις αισθήσεις του κι έμενε έτσι για πολύ καιρό. Δεν έτρωγε αμβροσία ούτε έπινε νέκταρ. Στη συνέχεια έμενε για εννιά χρόνια αποκλεισμένος από τα συμπόσια των θεών, καθώς και από την προστασία τους.
Όταν οι θεοί ήθελαν να ορκιστούν ο Δίας έστελνε την Ίριδα να γεμίσει από τη Στύγα, τη μαύρη πηγή του Άδη, το χρυσό της ποτήρι. Έχυναν το νερό στη γη και ορκίζονταν στα νερά της Στύγας και ο όρκος τους ήταν πια αμετάκλητος.