Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2016

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ! Βιβλίο Π.ΜΠΙΜΠΗ

Παρακάτω παρατίθεται απόσπασμα από το βιβλίο του Π. ΜΠΙΜΠΗ από το Αραχναίο-Χέλι Άργους που αφορά τα γεγονότα της Κατοχής και του κατοχικού εμφυλίου στην Αργολιδοκορινθία 


Σελ.-242-
62.     Οι τελευταίες ημέρες του πολέμου στην Αργολίδα
Μετά την επίθεση των Γερμανών εναντίον της Ελλάδας και τη ραγδαία προέλαση τους, φυσικό ήταν να καταρρεύσει και το Αλβανικό μέτωπο. Ο Ελληνικός Στρατός στο σύνολο του διαλύθηκε και μερικά μόνο υπολείμματα αυτού, μαζί με συμμαχικά τμήματα, υποχωρούν και προσπαθούν συντεταγμένα και μαχόμενα να φθάσουν στα λιμάνια της Νότιας Ελλάδας για να μπουν εκεί στα Καράβια που τους περίμεναν και να φύγουν για την Κρήτη.
Την Κυριακή του Θωμά 27-4-1941 στις πέντε το απόγευμα, φθάνει στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου στο Αργός το πρώτο Γερμανικό αυτοκίνητο και μια ώρα αργότερα το Αργός γεμίζει από Γερμανούς. Το Ναύπλιο, το Τολό, οι Μύλοι και άλλες παραλίες του Αργολικού Κόλπου έχουν ορισθεί σαν τόποι επιβίβασης Αγγλικών και Ελληνικών Στρατευμάτων σε πλοία που βρίσκονταν εκεί, Ο Διοικητής του Βρετανικού εκστρατευτικού σώματος στην Ελλάδα φεύγει με υδροπλάνο από τους Μύλους και την ίδια ημέρα 27-4-1941 βρίσκεται στην Κρήτη.
Τα Γερμανικά Στούκας κατά σμήνη βομβαρδίζουν αδιάκοπα τα Αγγλικά Καράβια τα οποία βυθίζονται το ένα μετά το άλλο. Από το λιμάνι του Ναυπλίου τη νύχτα 24 προς 25 Απριλίου 1941 επιβιβάστηκαν στα Καράβια 6.685 άνδρες του Βρετανικού Στρατού και την επόμενη νύχτα 25 προς 26 Απριλίου 1941 από το λιμάνι του Τολού επιβιβάστηκαν άλλοι 4.527 Βρετανοί και όλοι κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη όπου τελικά έφθασαν. Τα Γερμανικά Στούκας συνεχίζουν τον βομβαρδισμό τους στα λιμάνια του Αργολικού Κόλπου και δυσχεραίνουν την επιβίβαση των Άγγλων στα καράβια τους.
Έτσι 2.200 περίπου Άγγλοι παρέμειναν κοντά στα λιμάνια χωρίς να μπορούν να επιβιβαστούν στα Καράβια και να φύγουν για την Κρήτη. Από αυτούς 400 περίπου μπήκαν σε μια φορτηγίδα και ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν κατάφερε όμως η φορτηγίδα αυτή να απομακρυνθεί από το λιμάνι του Ναυπλίου, γιατί κτυπήθηκε από τα Γερμανικά Στούκας και βυθίστηκε, χωρίς να γίνει γνωστό πόσοι από τους 400 επιβάτες σώθηκαν και ποια η τύχη τους.
Ένας μικρός αριθμός στρατιωτών προσπάθησε με μικρά πλοιάρια να μετακινηθεί προς τα γειτονικά νησιά και λιμάνια του Αργολικού Κόλπου χωρίς αποτέλεσμα, 1300 Άγγλοι στρατιώτες πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς και οι υπόλοιποι έφυγαν προς το εσωτερικό της Αργολικής Χερσονήσου, διασκορπίστηκαν 

Σελ.-243-
σε όλη την Αργολίδα και ζήτησαν προστασία από τους Έλληνες στα διάφορα χωριά και κυρίως τα ορεινά. Πολλοί κατέφυγαν προς το Χέλι και για αρκετό διάστημα οι Χελιώτες τους έκρυβαν επάνω προς την Τραπεζώνα και το βαθύ ρέμα, από όπου αρκετοί από αυτούς σε ομάδες ή και ένας ένας έφυγαν προς τη Μέση Ανατολή και άλλοι προσχώρησαν αργότερα στις αντιστασιακές οργανώσεις.
Στην είσοδο του λιμανιού του Ναυπλίου προσάραξε το Α/Π ULS TER PRΙΝCΕ, ενώ μέσα στο λιμάνι βυθίστηκε και δεύτερο πλοίο. Πίσω στην Αρβανιτιά βρίσκονταν μίσοβυθισμένα άλλα δύο Αγγλικά Καράβια. Ο Αγγλικός Στρατός στη σύγχυση και την άγρια καταδίωξη από τους Γερμανούς εγκαταλείπει τα πάντα από Καράβια ακινητοποιημένα και κατάφορτα από πάσης φύσεως υλικά, αυτοκίνητα φορτωμένα με πολεμικό υλικό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να φύγει προς την Κρήτη, όπου αργότερα δόθηκε η τελευταία μάχη με τους Γερμανούς μέσα σε Ελληνικό έδαφος.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και από τη θέα του εγκαταλειμμένου Στρατιωτικού υλικού στο Ναύπλιο και στη γύρω περιοχή, οι χωρικοί της Αργολίδας και κυρίως οι Χελιώτες σε ομάδες ή και ενας ένας κατέβηκαν στο Ναύπλιο και επιδόθηκαν στη λεηλασία των εγκαταλειμμένων εφοδίων του Αγγλικού Στρατού. Από το Στρατόπεδο του Πολυγώνου φορτώνονται σε μουλάρια παντός είδους τρόφιμα (όσπρια, ζυμαρικά, ζάχαρη, καφές, πάσης φύσεως κονσέρβες, άλευρα κ.λ,π.) αλλά και άλλα υλικά χρήσιμα για οικοδομικές εργασίες, όπως ξυλεία από τη διάλυση των Στρατιωτικών Παραπηγμάτων που υπήρχαν εκεί και ακόμα λάστιχα αυτοκινήτων ολόκληρα αλλά και κομμάτια από αυτά τα οποία αργότερα χρησιμοποίησαν για σόλες στα παπούτσια τους.
Όλα δε αυτά τα υλικά τα μετέφεραν στο Χέλι είτε φορτωμένα στα μουλάρια τους είτε και στην πλάτη τους ακόμα, κάνοντας αρκετά δρομολόγια μέρα και νύχτα αφού η λεηλασία αυτή κράτησε 2-3 ημέρες.
Αργότερα από ένα μισοβουλιαγμένο Καράβι στην Αρβανιτιά, οι Χελιώτες με την βοήθεια Βαρκάρηδων από το Ναύπλιο και με μικρή σχετικά αμοιβή, ξεφόρτωναν από αυτό μουλάρια ζωντανά, τα οποία μετέφεραν και αυτά στο χωριό τους για τις γεωργικές τους ανάγκες.
63. Στα Λάφυρα και ένα βαρύ πολυβόλο.
Οι Γερμανοί δεν είχαν ακόμα εγκατασταθεί μόνιμα στο Ναύπλιο, αλλά πάνοπλοι γύριζαν στην Πόλη και απειλούσαν και με εκτέλεση ακόμα, όλους όσους γύριζαν και λεηλατούσαν τα εγκαταλειμμένα εφόδια των Άγγλων, μα οι χωρικοί όμως δεν είχαν συνειδητοποιήσει τους κινδύνους από την παρουσία των Γερμανών και δεν λογάριαζαν σχεδόν τίποτα και έκαναν τη δουλειά τους, παίζοντας κρυφτούλι με τους Γερμανούς και το έβαζαν στα πόδια μόλις τους έβλεπαν, αλλά και πάλι άρχιζαν τα ίδια και συνέχιζαν τις λεηλασίες μόλις οι Γερμανοί απομακρύνονταν.

Σελ.-244-
Το αίσθημα του φόβου δεν είχε κυριαρχήσει ακόμα μέσα στον Έλληνα Πολίτη και για αυτό δεν άφηνε καμιά ευκαιρία για να αρπάξει ότι έβλεπε γύρω του και το θεωρούσε χρήσιμο και στη συνέχεια έφευγε με χίλιες δυο προφυλάξεις, όχι για τη ζωή του, αλλά περισσότερο για να προστατεύσει τη λεία του που τη θεωρούσε χρήσιμη για το σπίτι του.
 Σε αυτές τις στιγμές βρέθηκαν εκεί στο Ναύπλιο και δυο παιδιά, συμμαθητές στο Γυμνάσιο, ο Γιώργος και ο Παναγιώτης που παρακολουθούσαν όλα όσα γύρω τους συνέβαιναν. Ο Γιώργος και ο Παναγιώτης περιπλανώμενοι μέσα στο Ναύπλιο και στους δρόμους πρόσβασης σε αυτό, παρατηρούσαν έκπληκτοι ότι είχαν αφήσει οι Άγγλοι στην προσπάθεια τους να σώσουν τη ζωή τους, περισσότερα δε από όλα το πολεμικό υλικό, άρματα μάχης, τεθωρακισμένα αυτοκίνητα, φορτηγά γεμάτα πολεμικό υλικό, Τζιπ κ.λ.π.
Όλα ακινητοποιημένα στους δρόμους και τα περισσότερα ριγμένα μέσα στα χαντάκια και στα χωράφια έξω από την Πόλη, πολλά από αυτά χωρίς λάστιχα που ολόκληρα ή κομμάτια από αυτά τα είχαν αφαιρέσει οι Χελιώτες για τις δικές τους ανάγκες. Στο Γιώργο και στον Παναγιώτη όμως από όλα αυτά που βρίσκονταν σκόρπια στους δρόμους, μεγαλύτερη εντύπωση τους έκανε ένα μεγάλο άρμα μάχης με όλο τον εξοπλισμό του που ήταν αραγμένο μέσα στον ελαιώνα εκεί κοντά στην Ευαγγελίστρια.
Αμέσως πέρασε από το μυαλό τους αν θα μπορούσαν να το κινήσουν όπως ήταν και να το πάρουν να το κρύψουν επάνω στα βουνά, λάφυρο πολύτιμο, ένα άρμα στη κατοχή τους κρυμμένο στα βουνά, ίσως κάποτε να ήταν χρήσιμο, μα οι Άγγλοι είχαν φροντίσει και είχαν προκαλέσει σημαντικές ζημίες στη μηχανή του, έτσι που είχε καταστεί αδύνατη η μετακίνηση του.
Πάνω σε αυτό το άρμα διέκριναν όμως ένα βαρύ πολυβόλο με διάμετρο βλήματος 25-30 χιλιοστά και με την πρώτη γρήγορη ματιά που έριξαν διαπίστωσαν ότι ήταν εύκολη η αποκόλληση του από το άρμα, οπότε σκέφθηκαν να πάρουν τουλάχιστον αυτό, αφού ολόκληρο το άρμα ήταν αδύνατο να μετακινηθεί. Έτσι περίμεναν να νυχτώσει για να κάνουν την επιχείρηση αυτή.
Από νωρίς είχαν προμηθευθεί δύο-τρεις λινάτσες και μετά τη δύση του ηλίου οπότε οι Γερμανοί είχαν αποσυρθεί στους καταυλισμούς τους. θεώρησαν ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους.
Όταν πια νύχτωσε για τα καλά, πλησίασαν το άρμα και αφού διαπίστωσαν ότι εκεί κοντά δεν βρισκόταν κανένας, ούτε Γερμανός, ούτε Ιταλός μα ούτε και Έλληνας και με χίλιες δυο προφυλάξεις μη τους αντιληφθούν οι Γερμανοί, οπότε αλίμονο τους, θα τους έστελναν κατ' ευθείαν στο εκτελεστικό απόσπασμα και κατάφεραν έτσι πολύ γρήγορα να το αποκολλήσουν από το άρμα, να το διπλώσουν πρόχειρα με τις λινάτσες που είχαν μαζί τους και αφού πήραν ακόμα μαζί τους και ένα κιβώτιο με σφαίρες κατάλληλες γι' αυτό, που υπήρχε επάνω στο άρμα και ακόμα δύο δεσμίδες γεμάτες, φρόντισαν αμέσως να απομακρυνθούν όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τη θέση αυτή και όλα μαζί τα μεταφέρανε μετά από μια κοπιώδη πορεία αρκετά μακριά από την Πόλη του Ναυπλίου.

Σελ.-245-
Μετά από πορεία μιας περίπου ώρας βρέθηκαν στην κοίτη του χειμάρρου που περνάει μέσα από τον Άγιο Αδριανό (το παλαιό Κατσίγκρι ) και εκεί με την ησυχία τους, ενώ βάδιζαν προς το χωριό Κατσίγκρι, αναζητούσαν κατάλληλο μέρος για να το κρύψουν με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Επειδή όμως ήταν νύχτα και αυτό ήταν αδύνατο να γίνει, τοποθέτησαν τα λάφυρα τους μέσα σε μια συστάδα θάμνων στην όχθη του Χείμαρρου και προσπάθησαν άσο μπορούσαν να τα καλύψουν καλύτερα .για να μη φαίνονται από περαστικούς που τυχόν θα περνούσαν από εκεί κοντά. Την άλλη ημέρα το πρωί τα δύο παιδιά πήγαν στην ίδια περιοχή και περπατώντας μέσα στην κοίτη του χειμάρρου ερευνούσαν τις όχθες για αρκετή ώρα και σε κάποιο σημείο της όχθης ανακάλυψαν μία μικρή τρύπα την οποίαν αφού πλησίασαν την σκάλισαν λίγο και διαπίστωσαν πως όσο προχωρούσαν στο βάθος ήταν πιο φαρδιά και πιο μεγάλη που έμοιαζε σαν μικρή σπηλιά.
Εκεί μέσα λοιπόν βρήκαν την πιο ασφαλή κρυψώνα και με μεγάλη προσοχή τοποθέτησαν το πολυβόλο αφού πρώτα φρόντισαν να το περιτυλίξουν πρώτα με αδιάβροχα χαρτιά και έπειτα με τις λινάτσες για να το προστατέψουν κυρίως από την υγρασία, Μαζί τοποθέτησαν και το κιβώτιο με τις σφαίρες, όπως επίσης και τις δύο δεσμίδες αφού και αυτά συσκευάστηκαν κατάλληλα. Έπειτα με όση επιμέλεια μπορούσαν έκλεισαν το στόμιο της μικρής σπηλιάς καμουφλάροντας την για να μη γίνει φανερή η ύπαρξη των πολύτιμων λαφύρων, περιμένοντας από τότε την κατάλληλη στιγμή που θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν όπου θα χρειαζόταν, οπότε εύκολα θα μπορούσε να γίνει από εκεί η μεταφορά του.

64. Η Εικόνα στην Ελληνική Ύπαιθρο
Τα πολεμικά μέτωπα έχουν όλα καταρρεύσει. Ο Στρατηγός Τσολάκογλου υπόγραψε ανακωχή άνευ όρων με τους Γερμανούς και τους Ιταλούς και έδωσε εντολή στον Ελληνικό Στρατό να παραδώσει τα όπλα στον εχθρό, που πριν λίγο πολεμούσε στα Αλβανικά βουνά και τον είχε κατατροπώσει. Στο Αλβανικό Μέτωπο, ο Στρατός μας έπειτα από τις λαμπρές νίκες του διαλύθηκε.
Οι Έλληνες φαντάροι άοπλοι πλέον ξεκίνησαν από το Μέτωπο μια κοπιαστική πεζοπορία, κατευθυνόμενοι προς τα χωριά τους. Οι πιο πολλοί από αυτούς έπρεπε να περπατήσουν εκατοντάδες χιλιόμετρα για να φθάσουν στα σπίτια τους. Πολλοί στο δρόμο τους βρίσκανε κανένα αδέσποτο μουλάρι του Στρατού, το έπαιρναν μαζί τους για να ξεκουράσουν λίγο τα πόδια τους, αλλά και αυτό έπειτα από μερικά χιλιόμετρα, αφού τους είχε ξεκουράσει στην πορεία τους, εάν βρίσκανε καμιά ευκαιρία το πούλαγαν για να εξοικονομήσουν λίγα χρήματα με τα οποία αγόραζαν τρόφιμα για να καλύψουν τις ανάγκες τους στο δρόμο.
Τα στρατεύματα κατοχής βρίσκονται ακόμα μόνο στις μεγάλες πόλεις Τα χωριά είναι ελεύθερα γι' αυτό και οι φαντάροι του μετώπου ταξιδεύοντας για την

Σελ.-246-
 πατρίδα τους κινούνται από χωριό σε χωριό αποφεύγοντας τις πόλεις, γιατί έτσι ήσαν πιο ασφαλείς. Η ύπαιθρος της Αργολίδας είναι γεμάτη από φαντάρους που διασκορπίστηκαν από τα στρατόπεδα που τους ετοίμαζαν για να αναχωρήσουν στο μέτωπο, που όμως δεν πρόλαβαν να πάνε.
Στην επαρχία μας ο δρόμος που οδηγούσε στο Χέλι ήταν γεμάτος από στρατιώτες που βάδιζαν χωρισμένοι σε μικρές ομάδες για να αποφύγουν τα Γερμανικά Στούκας τα οποία περιπολούσαν ολόκληρο τον Ελληνικό χώρο σε χαμηλή πτήση και πολυβολούσαν τις ομάδες των στρατιωτών, οι οποίοι μόλις άκουγαν το βόμβο των αεροπλάνων, διέλυαν και τις μικρές ομάδες, εγκατέλειπαν το δρόμο και σκορπίζονταν στα χωράφια για να μπορέσουν έτσι να σωθούν.
Έχουν περάσει αρκετές ημέρες από την κατάρρευση του Μετώπου στη Αλβανία και οι Χελιώτες στρατιώτες δεν έχουν φθάσει ακόμα στο χωριό και η αγωνία των δικών τους κορυφώνεται περιμένοντας για να ιδούν τα παιδιά τους να γυρίσουν. Καμιά είδηση δεν υπάρχει αν ζουν η έχουν πεθάνει, αν βρίσκονται ελεύθεροι στο δρόμο και έρχονται ή είναι αιχμάλωτοι των κατακτητών και βρίσκονται σε κανένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Μετά από πολλές ημέρες άρχισαν επί τέλους να εμφανίζονται στο χωριό οι πρώτοι στρατιώτες από το μέτωπο και όλοι οι κάτοικοι του χωρίου τους περικύκλωναν και τους ρωτούσαν για τους δικούς των. Άλλοι έπαιρναν πληροφορίες, άλλοι όμως καμία είδηση δεν είχαν για τους δικούς των και η αγωνία τους κορυφώνεται ακόμα περισσότερο. Ένα πρωινό στη στάνη μας εκεί στην αρίζε-Γκίλεζα εμφανίστηκε ο αδερφός μου Τάσος με μερικούς συγχωριανούς παρέα. Ήρθαν πεζοπορώντας από την Αλβανία μέχρι το χωριό. Περπατούσαν αρκετές ημέρες και ήσαν κατάκοποι, αξύριστοι πεινασμένοι για πολλές ημέρες και γεμάτοι ψείρες.
Μετά από δύο-τρείς ημέρες έφθασε και ο άλλος μου αδερφός ο Γιώργος με άλλους μαζί και αυτοί όλοι στην ίδια κατάσταση. Από τη στάνη όλοι πήγαιναν στο χωριό και η πρώτη τους φροντίδα ήταν να γίνουν άνθρωποι, να ξυριστούν, να πλυθούν, να ξεψειριαστούν και αφού για μερικές ημέρες ξεκουράστηκαν ξαναγύρισαν όλοι στις δουλειές τους, άλλοι στα γιδοπρόβατά τους και άλλοι στα χωράφια τους, αφού είναι Μάης και οι δουλειές που τους περίμεναν ήσαν πολλές. Οι διηγήσεις τους από το μέτωπο ήσαν ατέλειωτες.
Για πολλές ημέρες διηγούνταν τα γενόμενα στο Αλβανικό μέτωπο και για τη κοπιαστική τους πορεία από την Αλβανία μέχρι το χωριό.
65. Οι Ιταλοί στο Χέλι
Τα πρώτα χρόνια της κατοχής οι Γερμανοί και οι Ιταλοί αφού εδραιώθηκαν μέσα στις πόλεις, άρχισαν σίγα - σιγά να στέλνουν φυλάκια και στα περισσότερα χωριά, ιδιαίτερα στα πιο απομακρυσμένα και κυρίως στα ορεινά. Τα φυλάκια αυτά στα χωριά ήσαν επανδρωμένα πάντοτε από Ιταλούς, γιατί οι Γερμανοί είχαν περιοριστεί στις πόλεις και μονάχα για επιχειρήσεις έβγαιναν έξω από τις πόλεις.

Σελ.-247-
 Στο Χέλι από τις πρώτες ημέρες της Κατοχής εγκαταστάθηκε μόνιμη Ιταλική φρουρά από μερικές δεκάδες στρατιώτες, οι οποίοι χρησιμοποίησαν για στρατώνα το σπίτι του Κωνσταντίνου Ζαφείρη (η Καραμαδούκη) αφού πρώτα έγινε επίταξη σε αυτό. Από τις πρώτες ημέρες που ήρθαν οι Ιταλοί στο χωριό, στο πλευρό τους συντάχθηκε ο Ιωάννης Γεωργίου Δροϋγκας (Πουλέντζης) ή Καφάσης, μόνιμος κάτοικος του χωριού Χέλι, ο οποίος είχε μπει στην υπηρεσία των Ιταλών και φορούσε μάλιστα την Ιταλική στολή με μαύρες ψηλές μπότες και στο χέρι του κρατούσε πάντα ένα μαστίγιο.
Έτσι υπηρετούσε τους Ιταλούς για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι την κατάρρευση των Ιταλών στο τέλος του έτους 1943, Οι Ιταλοί έμειναν στο χωριό ολόκληρο το χρονικό διάστημα από το Μάη του 1941 μέχρι 8-9-1943,οπότε η Ιταλία συνθηκολόγησε και οι Ιταλοί στην Ελλάδα αφοπλίσθηκαν από τους Γερμανούς, οι οποίοι στη συνέχεια τους άφησαν ελεύθερους να πάνε όπου θέλουν, οπότε διασκορπίστηκαν και όσοι μπόρεσαν έφυγαν για την Ιταλία, άλλοι παρέμειναν στην Ελλάδα προσωρινά και δούλευαν κυρίως σε γεωργικές εργασίες, ελάχιστοι προσχώρησαν στις ανταρτικές ομάδες που δρούσαν τότε σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο και άλλοι τέλος έμειναν σε στρατόπεδα μέχρι την απελευθέρωση της χώρας μας από τους Γερμανούς κατακτητές.
Οι Ιταλοί στο χωριό μας, αλλά και σε όλα γενικά τα χωριά δεν συμπεριφέρθηκαν με αυστηρότητα και αγριότητα. Πέρα από το πλιατσικολόγημα που έκαναν παίρνοντας σφάγια, τυριά, λάδια, αυγά και ότι άλλο χρειαζόντουσαν για τη συντήρηση τους στο χωρίο κατά τα άλλα περνούσαν ήρεμα στο χωριό και δεν παρενοχλούσαν κανένα πολίτη, περιμένοντας να τελειώσει ο πόλεμος για να πάνε στα σπίτια τους και στις οικογένειες τους. Με τη διάλυση των Ιταλών ο Καφάσης έμεινε απροστάτευτος, έφυγε από το χωριό και πήγε στο Μετόχι (σημερινό Άγιο Δημήτριο ) όπου βρίσκονταν οι δικοί του, αλλά και εκεί δεν είχε ασφάλεια, γιατί οι αντάρτες που είχαν ήδη εμφανισθεί στη περιοχή εκείνη τον αναζητούσαν, όχι βέβαια για το καλό του.
Για το λόγο αυτό έφυγε και από το Μετόχι και πήγε στην περιοχή των Ερήμων (Μτουλμέτι), νομίζοντας ότι εκεί θα είχε μεγαλύτερη ασφάλεια. Στη περιοχή αυτή έμεινε για λίγο καιρό ως που κάποτε τον ανακάλυψαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ τον έπιασαν και αποφάσισαν να τον στείλουν με συνοδεία στη Γκούρα, όπου βρισκόταν το στρατηγείο τους, εκεί δε λειτουργούσε τότε και λαϊκό δικαστήριο στο οποίον θα έπρεπε να λογοδοτήσει για τη συνεργασία του με τους Ιταλούς. Δεν έφθασε όμως ποτέ εκεί για να δικαστεί, γιατί οι αντάρτες, ενώ τον πήγαιναν προς την Γκούρα, κάπου εκεί κοντά στη Νεμέα τον εκτέλεσαν χωρίς να περάσει καθόλου από δίκη.
Έτσι ο Καφάσης είναι το πρώτο θύμα του χωριού από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ που τον κατηγόρησαν για προδότη, επειδή συνεργάστηκε με τους Ιταλούς, παρά το γεγονός ότι από τη συνεργασία αυτή κανένας από το χωριό δεν βλάφτηκε.
Τα δυόμισι πρώτα χρόνια της κατοχής πέρασαν στο χωριό μας αναίμακτα και καμιά δραστηριότητα δεν παρατηρήθηκε ούτε από τους Έλληνες, μα ούτε και από τους Ιταλούς κατακτητές, πέρα από τα πλιατσικολογήματά τους.

Σελ.-248-
Δύσκολος ήταν μόνο ο πρώτος χειμώνας της κατοχής 1941-1942 γιατί ο Ελληνικός λαός βρέθηκε απροετοίμαστος και δεν είχε εφόδια αρκετά για να περάσει το χειμώνα του. Τα λίγα προϊόντα που υπήρχαν τα λεηλατούσε κατά το μεγαλύτερο μέρος ο Κατακτητής. Ο τιμάριθμος κάλπαζε προς τα ύψη. Το χρήμα που κυκλοφορούσε δεν είχε καμιά αξία και η εκτύπωση νέου χαρτονομίσματος μεγαλύτερης αξίας δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τον τιμάριθμο γι αυτό το χρήμα είχε γίνει άχρηστο για τις συναλλαγές.
Έτσι λοιπόν στις συναλλαγές κανένας δεν έπαιρνε χρήματα όταν πωλούσε κάποιο είδος. Η προσφορά των λίγων αγαθών που περίσσευαν στα νοικοκυριά γινόταν μόνο με ανταλλαγή άλλων αγαθών. Αυτό όμως μπορούσε να γίνει μόνο στα χωριά όπου υπήρχαν από όλα τα αγαθά και οι τσοπάνηδες μπορούσαν να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους γάλα, τυρί. βούτυρο, κρέας, κ.λ.π. με σιτάρι, καλαμπόκι κ.λ.π. με τους γεωργούς.
Αντίθετα ο αστικός πληθυσμός και κυρίως των μεγαλουπόλεων Αθήνα-Πειραιά που δεν είχε προϊόντα για να τα ανταλλάξει με τρόφιμα, υπέφερε πάρα πολύ από την πείνα και το κρύο, με αποτέλεσμα στις μεγαλουπόλεις αυτές ο κόσμος κατά εκατοντάδες να πεθαίνει στους δρόμους και οι νεκροί να μαζεύονται κάθε πρωί με τα αυτοκίνητα του Δήμου. Οι Αθηναίοι για να αντιμετωπίσουν την πείνα και να προμηθευτούν λίγο σιτάρι έδιναν τα πάντα από το σπίτι τους έπιπλα, φορέματα, κοσμήματα ακόμα και τα σπίτια τους.
Η πείνα, η δυστυχία από το ένα μέρος και η καταπίεση του κατακτητή από το άλλο μέρος ήσαν οι αιτίες που όπλιζαν τον Ελληνικό λαό με δύναμη και αισιοδοξία και που πάντα προσπαθούσε να βρει τρόπο για να αντισταθεί σε όλα αυτά τα δεινά.
66. Οι πρώτες εκδηλώσεις Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων
Από τις αρχές του 1943 άρχισε σιγά-σιγά να εκδηλώνεται σε όλη την χώρα μια οργανωμένη Εθνική Αντίσταση ενάντια στους κατακτητές Γερμανούς και Ιταλούς, δυστυχώς όμως από την αρχή την καπηλεύθηκε η αριστερή παράταξη, για τον απλούστατο λόγο, γιατί αυτή βρισκόταν στην παρανομία από το 1936 και από τα πρώτα χρόνια της κατοχής αναζήτησε διέξοδο για δράση και την βρήκε εκμεταλλευόμενη τον πατριωτισμό και το αδούλωτο πνεύμα όλων των Ελλήνων.
Στο Χέλι πρωτεργάτης για το απελευθερωτικό κίνημα ήταν ένας παλαιός κομμουνιστής που καταγόταν από το Χέλι, αλλά ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών. Από το1936 όμως που κηρύχθηκε η δικτατορία του Μεταξά, ζούσε εξόριστος στο χωριό του το Χέλι.
Αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος Μάρας ή Κουλός, ο οποίος είχε σπουδάσει Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργαζόταν σε κάποιο συμβολαιογραφείο στην Αθήνα. Από το Ι936 ζούσε στο Χέλι εξόριστος από το καθεστώς του Μεταξά και ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι του πρώτου του εξαδέλφου Γεωργίου Μάρα,

Σελ.-249-
 όλο δε το διάστημα που έμενε εκεί περνούσε μια ήσυχη ζωή στο χωριό, χωρίς προβλήματα και πάντοτε σε συζητήσεις που έκανε στο χωριό, απόφευγε να εκδηλώνει τις αριστερές του ιδέες.
Κηρύχτηκε ο πόλεμος το 1940 και αυτός συνέχιζε να παραμένει στο χωριό, χωρίς κανένα πρόβλημα, μέχρι και την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου, οπότε εξαφανίστηκε από το χωριό, χωρίς να γνωρίζει κανένας πού βρισκόταν. Το πιθανότερο ήταν να είχε πάει στην Αθήνα και εκεί παρέα με τους παλαιούς του συντρόφους, να εργαζόταν για το κόμμα του. Όταν η Ελλάδα βρέθηκε κάτω από την Ιταλική και Γερμανική κατοχή πρώτοι οι κομουνιστές εκμεταλλευόμενοι την άσβεστη φλόγα των Ελλήνων για ελεύθερη ζωή, άπλωσαν τα πλοκάμια τους παντού ιδρύοντας το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο ( Ε.Α.Μ. ) και πολύ γρήγορα πήραν στα χέρια τους όλες τις ηγετικές θέσεις στο απελευθερωτικό αγώνα όλων των Ελλήνων ενάντια στον κατακτητή.
Ο Κωνσταντίνος Μάρας πολύ γρήγορα αναδείχθηκε σε ένα από τα ηγετικά πολιτικά στελέχη του ΕΑΜ σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, αφού έφθασε να είναι ο πρώτος γραμματέας και πολιτικός καθοδηγητής της Πελοποννήσου μέχρι και την απελευθέρωση, όπως διαπιστώθηκε αργότερα.
Το ΕΑΜ από την ίδρυση του κατόρθωσε να παγιδεύσει όλους τους φιλήσυχους Έλληνες, που εμπνεόμενοι από ασυγκράτητη φιλοπατρία, είχαν τον πόθο να ιδούν την πατρίδα τους ελεύθερη το συντομότερο. Στα βουνά της Ελλάδας έχουν οργανωθεί τα πρώτα ένοπλα τμήματα του Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (Ε.Λ.Α.Σ.), τα οποία άρχισαν σιγά-σιγά να παρενοχλούν το στρατό κατοχής, με φρικτά βέβαια αποτελέσματα, γιατί για κάθε Γερμανό νεκρό, το τίμημα για τους υπόδουλους Έλληνες ήταν οδυνηρό.
Κατά δεκάδες συλλαμβάνονται οι Έλληνες, αδιακρίτως φύλου και ηλικίας και άλλοι μεν στέλνονταν στο εκτελεστικό απόσπασμα, άλλους τους κρεμούσαν σε δενδροστοιχίες σε πάρκα και σε δρόμους και εκεί τους άφηναν να αιωρούνται ημέρες πολλές για παραδειγματισμό και άλλοι τέλος στέλνονταν στα Γερμανικά στρατόπεδα στη Γερμανία, από τους οποίους ελάχιστοι επέζησαν για να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους, μετά τον τερματισμό του δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.
67. Μεταφορά του Πολυβόλου στο Χέλι
Έχουν περάσει δυο περίπου χρόνια από τότε που ο Γιώργος και ο Παναγιώτης είχαν μεταφέρει και είχαν κρύψει το βαρύ πολυβόλο στην όχθη του ξεροπόταμου που περνάει μέσα από το Κατσίγκρι και βρισκόταν ακόμα εκεί χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί. Ήταν άνοιξη του 1943 και τα σχολεία είχαν διακοπές λόγω των εορτών του Πάσχα. Για το λόγο αυτό βρισκόμουν στο χωριό και μάλιστα στα πρόβατα στην άριζε-Γκίλεζα οπότε μαζί με τον αδερφό μου Χρήστο, πήραμε την απόφαση να πάμε στο "Κατσίγκρι με σκοπό να πάρουμε το πολυβόλο και τα

Σελ.-250-
 πυρομαχικά που βρίσκονταν εκεί κρυμμένα από το 1941 και να τα μεταφέρουμε στο χωριό, για μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά και για να τα χρησιμοποιήσουμε όταν θα έφθανε η κατάλληλη ώρα.
Ήταν ημέρα τετάρτη του Πάσχα όταν πήραμε αυτή την απόφαση με τον αδερφό μου και μόλις βράδιασε, πήραμε το δρόμο προς το Κατσίγκρι και αφού περπατήσαμε για τρεις περίπου ώρες, ακολουθώντας το μονοπάτι πάνω στη ράχη που σχημάτιζαν οι λόφοι οι οποίοι χωρίζουν την περιοχή του Αμαριανού σε δύο κοιλάδες, τη μία με άνοιγμα προς τον Αργολικό κάμπο και την άλλη με άνοιγμα προς το Κατσίγκρι, φθάσαμε έξω από το Κατσίγκρι.
Δεν μπήκαμε μέσα στο χωριό από το φόβο μήπως εκεί βρίσκονταν Γερμανοί ή και συνεργάτες τους ακόμα, γιατί δυστυχώς η περιοχή μας είχε πολλούς, και τότε αλίμονο μας αν πέφταμε στα χέρια τους, η κρεμάλα θα μας υποδεχόταν και τους δυο. Από εκεί αφήσαμε το δρόμο που ακολουθούσαν τα μουλάρια μέσα από το Κατσίγκρι και μπήκαμε μέσα στη ρεματιά, προχωρώντας δε μέσα στην κοίτη του ξεροπόταμου φθάσαμε στο σημείο που ήταν κρυμμένο το πολυβόλο. Δεν μας ήταν καθόλου δύσκολο να επισημάνουνε ακριβώς το μέρος, παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει από τότε δύο χρόνια.
Πλησίαζαν μεσάνυχτα και το φεγγάρι μόλις είχε ξεπροβάλλει από την ανατολή και μας έστελνε ένα αμυδρό φως που μας βοηθούσε στην επικίνδυνη αυτή αποστολή μας. Με μεγάλη προσοχή βγάλαμε από την κρύπτη πρώτα το κιβώτιο με τα πυρομαχικά και έπειτα το πολυβόλο, τα ξεδιπλώσαμε όλα, πετάξαμε τα υλικά συσκευασίας και χωρίς καθυστέρηση καμιά, ο αδερφός μου πήρε στην πλάτη του το πολυβόλο, ενώ εγώ πήρα το κιβώτιο με τις σφαίρες και τις δύο εφεδρικές δεσμίδες και έτσι οι δυο μας πήραμε το δρόμο της επιστροφής, ενώ δίπλα μας απλωνόταν μια νεκρική σιγή και τίποτα δεν τάραζε το σκοτάδι, παρά μόνο τα βήματα μας που προσπαθούσαμε μάλιστα όσο μπορούσαμε να μην κάνουμε καθόλου θόρυβο.
Ο δρόμος της επιστροφής δεν ήταν και τόσο εύκολος, γιατί και ανήφορος ήταν και φορτωμένοι αρκετά ήμασταν, αφού το πολυβόλο θα ζύγιζε πάνω από είκοσι κιλά και το κιβώτιο με τις σφαίρες πάνω από δέκα κιλά, μα ο ενθουσιασμός για το πολύτιμο φορτίο και η λαχτάρα μας να φθάσουμε όσο μπορούσαμε πιο γρήγορα στο χωριό, μας έβαζαν φτερά στα πόδια μας και περπατούσαμε όσο μπορούσαμε πιο γρήγορα ακολουθώντας ακριβώς την ίδια διαδρομή που ακολουθήσαμε ερχόμενοι από το χωριό. Μα όμως παρά το γεγονός ότι μέσα μας κυριαρχούσαν ο ενθουσιασμός και η λαχτάρα, ο δρόμος της επιστροφής ήταν αρκετά δύσκολος και έτσι ήμασταν υποχρεωμένοι να κάνουμε στάσεις για να κατεβάζουμε κάτω το φορτίο μας και να ξεκουραζόμαστε κάπου- κάπου.
Την απόσταση Κατσίγκρι - Χέλι που όταν πηγαίναμε την είχαμε κάνει περίπου τρεις ώρες, την ίδια απόσταση στην επιστροφή φορτωμένοι όπως ήμασταν την κάναμε πέντε περίπου ώρες και φθάσαμε στο τέρμα στην αριζε-Γκίλεζα σχεδόν τα ξημερώματα. Όταν ξημέρωσε καλά, μαζί με τον τρίτο αδελφό μου Γιώργο κάναμε επιθεώρηση του όπλου με την ησυχία μας πια. 
Δοκιμάσαμε αν όλα λειτουργούσανε καλά, το οπλίσαμε χωρίς βέβαια να τοποθετήσουμε 

Σελ.-251-
σφαίρες και δοκιμάσαμε αν η σκανδάλη λειτουργούσε κανονικά, το καθαρίσαμε, το λαδώσαμε όπου έπρεπε και έτσι πια έτοιμο το διπλώσαμε πάλι με μεγαλύτερη τώρα επιμέλεια, αφού είχαμε το χρόνο στη διάθεση μας και έπειτα το τοποθετήσαμε εκεί κοντά στα μαντριά μας σε ασφαλέστερο μέρος, για να το προφυλάξουμε από τη ζέστη, από τη βροχή, και φυσικά από τη θέα για να μην το βρουν οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, που συχνά επισκέπτονταν εκείνη την περιοχή για να πλιατσικολογούν τους τσοπάνηδες.
ΣΤΟ μέρος αυτό το πολυβόλο έμεινε κρυμμένο και ασφαλισμένο για αρκετούς μήνες, μέχρι που το έμαθαν οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που στο μεταξύ είχαν έλθει στο χωριό και έπειτα από πολλές πιέσεις αλλά και απειλές, αναγκάστηκαν τα αδέλφια μου να τους το παραδώσουν και από τότε δεν έγινε γνωστή η τύχη αυτού του όπλου.
68. Η Πτώση ενός Γερμανικού Αεροπλάνου στο Χωριό
Το καλοκαίρι του 1943 στα βουνά της Ελλάδας βρίσκονται πολλά ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ. Οι Γερμανοί έχουν δραστηριοποιηθεί και προσπαθούσαν με εφόδους των χερσαίων στρατευμάτων, αλλά και με την αεροπορία τους, να επιτηρήσουν ολόκληρη την Ελληνική ύπαιθρο. Κάθε ημέρα σχεδόν πάνω από την ορεινή περιοχή του Αραχναίου πετούσαν τα Γερμανικά αεροπλάνα και με χαμηλές πτήσεις χτένιζαν ολόκληρη την περιοχή για να ανακαλύψουν αντάρτες, παρά το γεγονός ότι στην περιοχή του Αραχναίου δεν έχουν κάνει την εμφάνιση τους ακόμα οι αντάρτες του ΕΛΑΣ.
Ήταν μήνας Ιούλιος του 1943 και κάποια μέρα πρωί-πρωί έκαναν την εμφάνιση τους τρία Γερμανικά αεροπλάνα " ΣΤΟΥΚΑΣ " που για αρκετή ώρα έψαχναν ολόκληρη την περιοχή. Πετούσαν πολύ χαμηλά και έμπαιναν ακόμα και μέσα στις χαράδρες. Κάποια στιγμή τα αεροπλάνα αυτά έφθασαν και στην περιοχή άριζε-Γκίλεζα όπου βρισκόμουν μαζί με τον αδερφό μου Χρήστο εκεί κοντά στα πρόβατα. Πετούσαν πολύ χαμηλά και έκαναν βόλτες γύρω στην περιοχή αυτή, οπότε κάποια στιγμή πέρασαν επάνω από τα κεφάλια μας και εμείς τρομαγμένοι, πέσαμε κάτω, ανάμεσα σε βράχους για να προφυλαχθούμε γιατί ήταν πιθανόν να μας περνούσαν για αντάρτες και να μας κτυπούσαν με τα πολυβόλα τους. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και δεν γνωρίζουμε αν οι πιλότοι μας είδαν ή όχι.
Αφού έκαναν μερικές στροφές πάνω από την περιοχή αυτή, πήραν ύστερα κατεύθυνση προς το Μοναστήρι (Μονή Ταλαντίου) που βρισκόταν πολύ χαμηλότερα από το σημείο που βρισκόμασταν εμείς και το πρώτο αεροπλάνο μπήκε μέσα στην χαράδρα της Χούνης για να βγει στον Αμαριανό και από εκεί να πετάξει προς το Κουτσοπόδι όπου ήταν το πρόχειρο αεροδρόμιο των Γερμανών. Την ίδια πορεία ακολούθησε και το δεύτερο αεροπλάνο με τον ίδιο προορισμό.
Το τρίτο αεροπλάνο ακολούθησε την ίδια σχεδόν πορεία, αλλά ακριβώς κάτω από το Μοναστήρι όπου αρχίζει η χαράδρα της χούνης, φαίνεται πως ο πιλότος 

Σελ.-252-
δεν υπολόγισε καλά τους μαιάνδρους του ρέματος και χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει το αριστερό φτερό του αεροπλάνου κτύπησε σε ένα μικρό αντέρεισμα της πλαγιάς με αποτέλεσμα ο πιλότος να χάσει τον έλεγχο του σκάφους και το αεροπλάνο έπειτα από μια σφοδρή έκρηξη να βρεθεί στο έδαφος μετά από λίγα μέτρα.
Στο σημείο της πτώσης υπήρχε ένα μεγάλο δένδρο, αγριοφυστίκια (Κοκορέτσια) όπου στον κορμό του διπλώθηκαν τα φτερά του αεροπλάνου και όλη η άτρακτος σταμάτησε εκεί, με αποτέλεσμα ο κινητήρας του αεροπλάνου, το οποίον στο μεταξύ καιγότανε, εξεσφενδονίστηκε και σταμάτησε στην απέναντι όχθη σε απόσταση πενήντα περίπου μέτρων, το δε σώμα του πιλότου έφυγε από την καμπίνα του αεροπλάνου μισοκαμένο και έπεσε άψυχο μπρούμυτα σε ένα χωράφι σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων.
Με τον αδερφό μου Χρήστο παρακολουθούσαμε όλη την πορεία των αεροπλάνων και είδαμε καθαρά την πτώση του τρίτου αεροπλάνου, ακούγοντας συγχρόνως και την έκρηξη αυτού, αμέσως δε είδαμε και τον μαύρο καπνό από το σημείο εκείνο. Ένα από τα προπορευόμενα αεροπλάνα πήρε ύψος μέσα από την Χαράδρα που πετούσε, έκανε στροφή και γύρισε πίσω, όπου διαπίστωσε φαίνεται τη πτώση του αεροπλάνου, προσδιόρισε και το σημείο της πτώσης και στη συνέχεια πήρε στροφή και χάθηκε προς τον Αργολικό Κάμπο.
Αμέσως με τον αδερφό μου Χρήστο, τρέξαμε προς το μέρος που είχε πέσει το αεροπλάνο, μήπως ο πιλότος ήταν ζωντανός για να του προσφέρουμε βοήθεια. Μέσα σε είκοσι περιττού λεπτά είχαμε φθάσει στο σημείο του ατυχήματος και ενώ ετοιμαζόμασταν να πλησιάσουμε στο σημείο που βρισκόταν το αεροπλάνο, την ίδια στιγμή ακούσαμε διαδοχικές εκρήξεις από την γύρω περιοχή, γεγονός που μας φόβισε και αμέσως απομακρυνθήκαμε από εκεί για να μη συμβεί κανένα ατύχημα.
Φαίνεται πως με την έκρηξη του αεροπλάνου είχαν σκορπιστεί στη γύρω περιοχή πολλά πυρομαχικά μέσα στους θάμνους και επειδή συγχρόνως είχε εκραγεί και πυρκαγιά, για το λόγο αυτό άρχισαν οι εκρήξεις των πυρομαχικών από την θερμότητα που αναπτύχθηκε στους θάμνους που καίγονταν. Εμείς ανηφορήσαμε προς την πλαγιά του Μαρσιάρη και περιμέναμε να σβήσει η φωτιά, για να για να πλησιάσουμε και πάλι.
Ενώ εκεί περιμέναμε εμείς, ξαφνικά βλέπουμε από το μέρος της Σκάλας να κάνει την εμφάνιση του ένα τανκ με Γερμανούς, το οποίον κατέβαινε σιγά-σιγά επειδή το έδαφος ήταν ανώμαλο και έφθασε μέχρι το σημείο του ατυχήματος. Μόλις οι Γερμανοί έφθασαν εκεί, αμέσως περιεργάστηκαν το πτώμα του πιλότου και στη συνέχεια το σκέπασαν με ένα, χοντρό αδιάβροχο στο οποίον γύρω-γύρω τοποθέτησαν μεγάλες πέτρες για να το προστατεύσουν έτσι από τα όρνια και τα αγρίμια της περιοχής.
Δεν ξέρω τι άλλο έκαναν εκεί, πάντως πολύ γρήγορα ανέβηκαν στο άρμα τους και έφυγαν ακολουθώντας την αντίστροφη ακριβώς πορεία, κατευθυνόμενοι στη βάση τους προφανώς στο Άργος. Μετά την αναχώρηση των Γερμανών με τον αδερφό μου τρέξαμε και πάλι και φθάσαμε στο σημείο που είχε πέσει το αεροπλάνο, 

Σελ.-253-
αφού και η φωτιά είχε σβήσει τελείως και οι εκρήξεις είχαν επίσης σταματήσει. Πριν όμως από εμάς είχαν πάει στον τόπο του δυστυχήματος τσοπάνηδες από την περιοχή του Μοναστηριού, που βρισκόντουσαν πιο κοντά και είχαν πάρει το αλεξίπτωτο που βρισκόταν άθικτο εκεί κοντά και το ρόλοι του πιλότου, που και αυτό βρισκόταν εκεί κοντά επίσης άθικτο.
Εμείς με την ησυχία μας τότε περιεργαστήκαμε τα συντρίμμια του αεροπλάνου, είδαμε το πτώμα του πιλότου σκεπασμένο όπως ήταν με το αντίσκηνο, για να το προφυλάξουν, γιατί εκεί έμεινε για μερικές ημέρες, μέχρις ότου ξανάρθουν οι Γερμανοί να το πάρουν. Αφού για αρκετή ώρα το περιεργαστήκαμε και περιπλανηθήκαμε στην γύρω περιοχή και από περιέργεια βέβαια, αλλά περισσότερο προσπαθώντας να βρούμε κάτι πολύτιμο και να το πάρουμε μαζί μας, κυρίως κάτι από τον οπλισμό του αεροπλάνου, αλλά δυστυχώς όλα είχαν γίνει συντρίμμια.
Ένα πολυβόλο βρισκόταν εκεί κοντά, αλλά από την πτώση και τη φωτιά είχε στραβώσει και αχρηστευθεί τελείως. Έτσι αναγκαστήκαμε να φύγουμε από εκεί και να πάμε βέβαια στη δουλειά μας. Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν και πάλι οι Γερμανοί, με τον ίδιο τρόπο και αφού πήραν 3-4 Χελιώτες που βρήκαν εκεί στην περιοχή, πήγαν στον τόπο του δυστυχήματος, πήραν το πτώμα που ήδη βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο σήψης και αφού το περιτύλιξαν με ένα αδιάβροχο, το έδεσαν καλά και το μεταφέρανε στο όχημα τους, το φόρτωσαν επάνω σε αυτό και το πήγαν στο Αργός, όπου φυσικά θα έγινε η ταφή του, άγνωστο βέβαια σε εμάς σε ποιο μέρος.
Μετά και την παραλαβή του πτώματος στον τόπο του δυστυχήματος πήγαιναν κάθε ημέρα επισκέπτες από το Χέλι, οι οποίοι στη συνέχεια προέβαιναν σε λεηλασίες, έτσι ώστε σε μικρό χρονικό διάστημα να μη μείνει εκεί τίποτα από το αεροπλάνο, παρά μόνο ο κορμός του κινητήρα που ήταν ογκώδης, αλλά και αυτός λεηλατημένος από τα εξαρτήματα του.
Κάθε σπίτι στο Χέλι είχε πάρει από το αεροπλάνο κάτι για ενθύμιο, ένα κομμάτι από τα φτερά, ένα κομμάτι από την άτρακτο, υπολείμματα από τον ηλεκτρικό εξοπλισμό και τα μέσα επικοινωνίας, πηνία διάφορα, μετασχηματιστές, βίδες διαφόρων μεγεθών κ.λ.π. Όλα αυτά βρίσκονταν στα σπίτια των Χελιωτών και αργότερα τα μάζεψαν οι Γερμανοί, στη διάρκεια των επιχειρήσεων που έκαναν στο χωριό.

Σελ.-254-
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ Ε.Α.Μ. ΣΤΟ ΧΕΛΙ
69. Οι Πρώτες Επισκέψεις των Εαμιτών στο Χέλι.
Ήταν αρχές του 1943 και μέσα στο Γυμνάσιο Ναυπλίου έχει δημιουργηθεί ο πρώτος αντιστασιακός πυρήνας, κυρίως μεταξύ των μαθητών της τελευταίας τάξης.
Πρωτεργάτες στη κίνηση αυτή των μαθητών ήσαν δύο κυρίως παιδιά, ο Μιχάλης, ο πρώτος μαθητής της τάξης και ο Γιώργος πολύ καλός επίσης μαθητής και που και οι δυο τους δεν βρίσκονται σήμερα στη ζωή, ο μεν Μιχάλης εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις αρχές του 1944, έξω από το χωριό του το Μάνεση, κατά τη στιγμή που με τα πόδια πήγαινε στο Γκέρμπεση να ειδοποιήσει ένα τμήμα από αντάρτες που βρίσκονταν εκεί, οτι στο Μάνεση εμφανίστηκαν Γερμανοί, ο δε Γιώργος ήταν αυτός που μαζί με τον Παναγιώτη μεταφέρανε το πολυβόλο από το Ναύπλιο στο ρέμα του Κατσιγκρίου και το τέλος του το περιγράψαμε σε εκείνο το κεφάλαιο.
Στις 23 Απριλίου 1943 ημέρα του Αγίου Γεωργίου, που συνέπεσε μέσα στις διακοπές του Πάσχα, γιορτή κατ' εξοχήν των τσοπάνηδων άλλοτε στο Χέλι, ημέρα κατά την οποίαν ψήνονταν στη σούβλα τα καλύτερα θρεφτάρια από το κοπάδι τους και έπειτα ακολουθούσε μεγάλο γλέντι, αυτήν ακριβώς την ημέρα είχα προσκαλέσει να φιλοξενήσω στο χωριό δύο συμμαθητές μου από το Ναύπλιο, το Γιώργο και το Θεόδωρο.
Ήρθαν από το Ναύπλιο πεζοπορία την παραμονή του Αγίου Γεωργίου και φιλοξενήθηκαν σπίτι μας και το πρωί της επόμενης ημέρας ξεκινήσαμε από το χωριό και οι τρεις μας για τη στάνη, στην οποία φθάσαμε ύστερα από πεζοπορία μιας περίπου ώρας. Στη στάνη φθάσαμε ακριβώς την στιγμή που γίνονταν οι προετοιμασίες για το ψήσιμο του σφαχτού. Η σούβλα ήταν έτοιμη, η φωτιά αναμμένη και μόλις δημιουργήθηκε αρκετή θράκα, η σούβλα τοποθετήθηκε στη θέση της κοντά στη φωτιά και άρχισε το γύρισμα της.
Μετά από αρκετές ώρες ετοιμάστηκε το ψητό, στρώθηκε το τραπέζι και άρχισε το φαγοπότι για να ακολουθήσει έπειτα το μεγάλο γλέντι, κατά τις συνήθειες του χωριού και επάνω στη διασκέδαση και στο κέφι που είχε δημιουργηθεί, μας δόθηκε η ευκαιρία να ανταλλάξουμε σκέψεις γύρω από την οργάνωση του ΕΑΜ, συζητήσαμε αρκετά, χωρίς βέβαια να πάρουμε καμιά απόφαση, απλά έγινε γνωστό σε εμένα και τα αδέλφια μου από τους φιλοξενούμενους ότι ετοιμάζεται κίνηση, για την εξέγερση του υπόδουλου Ελληνικού λαού, εναντίον των κατακτητών.
Στην πολύωρη αυτή συζήτηση δεν έγινε καμιά αναφορά για το ιδεολογικό περιεχόμενο του ΕΑΜ. Όλοι μας μείναμε με την εντύπωση από τη συζήτηση ότι επρόκειτο πραγματικά για ένα Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο με κύριο και αποκλειστικό στόχο την εκδίωξη των κατακτητών από τη χώρα μας.
Ποιος Έλληνας δεν θα ένοιωθε πραγματική συγκίνηση με το άκουσμα μόνο της φράσης Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. Αυτό ζητούσαν και καρτερούσαν όλοι οι Έλληνες, έπειτα από δυο χρόνια δουλείας που ζούσε η Ελλάδα κάτω από την μπότα των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών. Αφού κατά τις απογευματινές ώρες τελείωσε το γλέντι στη στάνη φύγαμε πάλι από εκεί και φθάσαμε στο χωριό όπου οι συμμαθητές μου διανυκτέρευσαν για δεύτερη βραδιά και την άλλη ημέρα το πρωί έφυγαν για το Ναύπλιο, αφού έδωσαν την υπόσχεση ότι κάποια άλλη ημέρα θα επισκεφθούν και πάλι το χωριό.
Σε λίγες ημέρες τελείωσαν και οι διακοπές του Πάσχα και την Κυριακή του Θωμά έφυγα και εγώ από το χωριό για το Ναύπλιο, γιατί έπρεπε την .άλλη ημέρα να βρίσκομαι πάλι στο Σχολείο.
Οι παράνομες επαφές μας συνεχίζονταν και μέσα στο σχολείο, με κάθε βέβαια προφύλαξη, αλλά η κύρια δραστηριότητα περιοριζόταν έξω από το σχολείο, κυρίως δε στο σπίτι του συμμαθητή μας Γιώργου. Πολλές όμως φορές οι συναντήσεις μας και οι συζητήσεις για την οργάνωση γίνονταν και πέρα στην Παναγίτσα της παραλίας του Ναυπλίου στο δρόμο για την αρβανιτιά.
Όσο διαρκούσαν τα μαθήματα, μαζί με τον Γιώργο, κάναμε μια ακόμα επίσκεψη στο χωριό. Ένα Σάββατο λίγο πριν βραδιάσει φύγαμε από το Ναύπλιο και πεζοπορώντας για πέντε περίπου ώρες, φθάσαμε στο χωριό λίγο πριν από τα μεσάνυχτα.
Είχαμε ορίσει συνάντηση στο σπίτι του Τάκη στο οποίο εκτός από τον οικοδεσπότη, βρισκόταν και ο αδελφός μου Γιώργος. Εκεί συζητήσαμε διάφορα θέματα σχετικά με την ίδρυση της οργάνωσης στο Χέλι, γενικά βέβαια και αόριστα και η συζήτηση αυτή κράτησε περίπου τρεις ώρες, στη διάρκεια της οποίας ειπώθηκαν πάρα πολλά, χωρίς όμως να παρθούν αποφάσεις.
Στις δύο η ώρα μετά τα μεσάνυχτα τελείωσε η συζήτηση μας και φύγαμε πάλι για το Ναύπλιο. Η πορεία που ακολουθήσαμε στην επιστροφή, ήταν διαφορετική από εκείνη που πήγαμε στο χωριό. Πήραμε το δρόμο που οδηγούσε προς το Μοναστήρι της Παναγίας και ακολουθώντας την κοίτη του ξεροπόταμου, αφού διασχίσαμε όλη τη χούνη, βγήκαμε στον Αμαριανό και από εκεί φθάσαμε στην Αγία Τριάδα και με το ξημέρωμα, είχαμε φθάσει και πάλι στο Ναύπλιο, για να προετοιμαστούμε για το Σχολείο της Δευτέρας.

Σελ.-256-
7Ο. Επίσκεψη στο Χέλι κλιμακίου του Ε.Α.Μ. από τη Μηδέα (Γκέρμπεση)
Τελείωσε πια και η τελευταία μας Σχολική χρονιά, έγιναν οι εξετάσεις, πήραμε τα απολυτήρια μας και αφού ανταλλάξαμε ευχές μεταξύ μας όλοι οι συμμαθητές, ευχηθήκαμε πρώτα καλή λευτεριά στην Πατρίδα μας και έπειτα καλή πρόοδο στο μέλλον μας και πραγματοποίηση όλων των ονείρων μας και καθένας πήρε το δρόμο του με την προσδοκία κάποια μέρα να ξανασυναντηθούμε όλοι, πράγμα που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ μέχρι σήμερα- Εγώ έφυγα για το χωριό όπου παρέμεινα ολόκληρο το μήνα Ιούλιο, χωρίς στο χωριό να αναπτυχθεί καμιά αντιστασιακή δραστηριότητα.
Στις 27 Ιουλίου γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα, που γίνεται και σήμερα ακόμα μεγάλο πανηγύρι στο χωριό μας, και μετά την εκκλησία, ενώ όλοι οικογενειακώς επιστέφαμε στο σπίτι, στο δρόμο συναντήσαμε μια ομάδα από τρεις Γκερμπεσιώτες που είχαν έλθει για το πανηγύρι. Μεταξύ αυτών των τριών ήταν και κάποιος Λιλής, γνωστός στην οικογένεια μας, γιατί ήταν βαφτιστήρι του θείου μου Δημητρίου Κύρκα. Υποχρέωση κοινωνική ήταν να προσκαλέσουμε τους ξένους στο σπίτι μας για φαγητό, όπως συνηθιζόταν στο χωριό την ημέρα του Πανηγυριού.
Στα σπίτι τους φιλοξενήσαμε προσφέροντας τους φαγητό και κρασί. Στη διάρκεια του γεύματος έγινε συζήτηση για διάφορα θέματα και σε κάποια στιγμή με πρωτοβουλία δική τους, ξεφύγαμε από τα κοινωνικά θέματα και περάσαμε στο θέμα της οργάνωσης της Εθνικής Αντίστασης και στην περιοχή του Χελιού.
Στη πορεία όμως της συζήτησης διαπίστωσα από τα λεγόμενα τους και τις θέσεις που έπαιρναν, ότι ιδεολογικά βρίσκονταν στο χώρο του Κ,Κ.Ε. και πως η προπαγάνδα τους περιοριζόταν περισσότερο στο να προσηλυτίσει οπαδούς στο Κ,Κ.Ε., παρά στο να οργανώσουν αντίσταση κατά του κατακτητή. Έβαζαν σε πρώτη θέση την αντίσταση κατά του κοινωνικού κατεστημένου, όπως έλεγαν, της κοινωνικής αδικίας και μίλαγαν όχι για αντίσταση κατά του εχθρού, αλλά κυρίως για ανακατανομή του πλούτου από τους κατέχοντες, σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, δηλαδή στην ουσία προσπαθούσαν να μας διδάξουν την Μαρξιστική θεωρία σε πρώτη γραμμή και σε δεύτερη μοίρα έθεταν την αντίσταση κατά του κατακτητή.
Μετά από πολύωρη συζήτηση, εξέφρασα πρώτος τις αντιρρήσεις μου, λέγοντας πως τώρα ένα ζήτημα προέχει και πρέπει αποκλειστικά να μας απασχολεί, η απαλλαγή της Πατρίδας μας από τους κατακτητές και όλα τα άλλα θέματα και θεωρίες τα έθετα σε δεύτερη μοίρα.
Διαπίστωσα την δυσαρέσκεια τους για τις αντιρρήσεις μου αυτές και κατάλαβα πως πίστεψαν ότι είχαν κτυπήσει λάθος πόρτα για να κάνουν την Κομουνιστική τους προπαγάνδα. Έτσι τελείωσε η συζήτηση αυτή χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Πέρασαν λίγες ημέρες ακόμα στο χωριό και στις 3 Αυγούστου έφυγα από το χωριό για την Αθήνα, προκειμένου να δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Τα μέχρι τώρα γεγονότα του χωριού τα περιέγραψα από δική μου εμπειρία, γιατί τα έζησα όλα και μάλιστα σε πολλά από αυτό ήμουν και πρωταγωνιστής.

Σελ.-257-
Όλα δε τα υπόλοιπα γεγονότα του χωριού, μέχρι και την απελευθέρωση και τα οποία θα αναφερθούν πάρα κάτω δεν τα έζησα προσωπικά, αλλά τα περιγράφω από διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, συμπατριωτών μας και συγγενικών προσώπων των πρωταγωνιστών της περιόδου εκείνης, αφού πρώτα έκανα διασταύρωση όλων των πληροφοριών, που είχα πάρει από διάφορες πηγές, ώστε τα γραφόμενα να είναι όσο το δυνατόν πλέον αξιόπιστα.
71. Οι Πρώτοι Πυρήνες του Ε.Α.Μ. στο Χέλι
Ο Κωνσταντίνος Μάρας ή Κουλός που είχε χαθεί από το χωριό με την κατάρρευση του Ελληνοϊταλικού Μετώπου, δεν άργησε και πάλι να κάνει την εμφάνιση του στο χωριό, δεν μπορούσε όμως και να μένει πλέον μέσο στο χωριό, γιατί στο μεταξύ είχαν εγκατασταθεί μόνιμα στο χωριό οι Ιταλοί και ήταν δύσκολο γι' αυτόν να βρίσκεται ανάμεσα στους Ιταλούς. Βρισκόταν ήδη στην παρανομία και το κρησφύγετο του το είχε στην περιοχή της Τραπεζώνας, από όπου ελεύθερα κυκλοφορούσε από εκεί μέσα στο βαθύ ρέμα μέχρι και το Μοναστήρι της Παναγίας, πολλές δε φορές τη νύχτα έμπαινε και μέσα στο χωριό για να εφοδιασθεί με τρόφιμα και πάλι όμως έφευγε και βρισκόταν συνήθως πάντα έξω από το χωριό για να είναι περισσότερο ασφαλής.
Στην παρανομία που βρισκόταν είχε μαζί του και δύο Άγγλους στρατιώτες, από αυτούς που δεν μπόρεσαν να φύγουν για την Κρήτη ή για την Μέση Ανατολή και που μπόρεσαν να γλιτώσουν από την αιχμαλωσία των κατακτητών. Και οι τρεις ήσαν οπλισμένοι για την προσωπική τους ασφάλεια και είχαν ακόμα στη διάθεση τους και ασύρματο, με το οποίον επικοινωνούσαν με το Στρατηγείο της Ελεύθερης Ελλάδας τότε στη Μέση Ανατολή, από όπου έπαιρναν τις σχετικές οδηγίες για τις κινήσεις τους και τη δράση τους στην περιοχή που βρίσκονταν.
Το μήνα Σεπτέμβριο του 1943 είχε φθάσει στο χωριό ένας ξένος, ο Βασίλειος Σαίνης, μαζί με τη γυναίκα του Ρούλα, που παρίσταναν τον πλανόδιο μικροπωλητή. Από που είχαν έλθει ήταν άγνωστο, πίστευαν όμως στο χωριό πως η καταγωγή τους ήταν από τη Νίκαια του Πειραιά, η από το Λουτράκι.
Είχε μια μικρή βαλίτσα όπου μέσα είχε κοσμήματα, ρολόγια και πολλά άλλα ψιλικά εμπορεύματα και δεν περιοριζόταν να πουλάει την πραμάτεια του μόνο μέσα στο χωριό, αλλά περιφερόταν και στην ευρύτερη περιοχή, στο Μετόχι, στον Αμαριανό, στα Φράκια, στην Τραπεζώνα, στο Μοναστήρι, όπου επισκεπτόταν και τις καλύβες ακόμα των τσοπάνηδων για να πουλήσει την πραμάτεια του Επισκεπτόταν ακόμα και γειτονικά χωριά, όπως το Κατσίγκρι, το Γκέρμπεση, το Αγγελόκαστρο, κ,λ.π.
Φαίνεται δε, όπως αποδείχθηκε αργότερα, πως η αποστολή του δεν ήταν μόνο να πουλάει ρολόγια και κοσμήματα, αλλά πως μαζί με αυτά πωλούσε και Μαρξιστικές ιδέες εκεί που τριγυρνούσε, κάνοντας μαζί και τη σχετική αντιστασιακή και ιδεολογική του προπαγάνδα. Αυτό φάνηκε αργότερα, αφού κατάφερε πολύ 

Σελ.-258-
γρήγορα να αναδειχθεί ο πρώτος καθοδηγητής της ευρύτερης περιοχής του Χελιού.
Είναι πια μήνας Οκτώβρης 1943 και ενώ οι Ιταλοί έχουν φύγει από το χωριό και σε όλη την Ελληνική ύπαιθρο έχουν συγκροτηθεί τα πρώτα ένοπλα τμήματα του λεγομένου Εθνικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΕΛΑΣ,) τα οποία δρούσαν κυρίως στις ορεινές περιοχές. Εκείνη ακριβώς την εποχή είχαν κάνει την εμφάνιση τους και στην γύρω ορεινή περιοχή του Αραχναίου τα πρώτα τμήματα του ΕΛΑΣ που αποτελούσαν ένα Λόχο. Ο Λόχος αυτός του ΕΛΑΣ μπήκε μέσα στο χωριό και οι υπεύθυνοι του ΕΑΜ στο χωριό έδωσαν εντολή, όλοι οι κάτοικοι να μαζευτούν στην κεντρική  πλατεία, όπου πραγματοποιήθηκε η ορκωμοσία όλων των κατοίκων, κατά  το πρότυπο της προεπαναστατικής περιόδου του 1821.  Έτσι όλος ο κόσμος, άνδρες, γυναίκες και παιδιά μπροστά στους ένοπλους αντάρτες και με τις ευλογίες του Ιερέα του χωριού, ορκίστηκαν ότι είναι έτοιμοι να ξεσηκωθούν και μέσα από τις τάξεις του ΕΛΑΣ να πολεμήσουν και να διώξουν τον κατακτητή από την Πατρίδα μας. Από τη στιγμή αυτή θεωρήθηκε ότι και το Χέλι είναι πια οργανωμένο στο ΕΑΜ.  Στη συνέχεια ορίστηκαν και τα υπεύθυνα μέλη της οργάνωσης τα οποία  εκ περιτροπής είχαν την υπευθυνότητα του ΕΑΜ στο χωριό, με γενικό υπεύθυνο όλης της περιοχής του Αραχναίου το Σαΐνι. Πρωτεργάτες για την ίδρυση του ΕΑΜ στο Χέλι ήσαν ο Κωνσταντίνος Μάρας, ο Βασίλειος Σαίνης, ο Ελατιάς και διάφοροι άλλοι ξένοι προς το χωριό που ήσαν γνωστοί μόνον με τα ψευδώνυμα τους.
Όσο περνούσε ο καιρός άρχισαν να λειτουργούν στο χωριό και οι άλλες υπηρεσίες της οργάνωσης και πρώτα από όλα συγκροτήθηκε το Λαϊκό Δικαστήριο που το αποτελούσαν μέλη της Οργάνωσης, ξένα ως προς το χωριό και αποστολή του ήταν να λειτουργεί σαν πραγματικό Δικαστήριο, στο οποίον παραπέμπονταν να δικαστούν όλα τα άτομα που είχαν συνεργασία με τους κατακτητές, αυτούς που εκδήλωναν την συμπάθεια τους προς τα στρατεύματα κατοχής και γενικά όλα τα άτομα που διαφωνούσαν με τις γραμμές του ΕΑΜ, αλλά και τα άτομα εκείνα που ήθελαν να εξοντώσουν για διάφορους λόγους και για να το πετύχουν τους απέδιδαν μια από τις πάρα πάνω κατηγορίες.
Παράλληλα με το Λαϊκό Δικαστήριο λειτουργούσε και το τμήμα της ΟΠΛΑ. που ήταν το εκτελεστικό απόσπασμα γι' αυτούς που το Λαϊκό Δικαστήριο της Οργάνωσης καταδίκαζε σε θάνατο. Αρχηγός της ΟΠΛΑ ήταν κάποιος από την Κορινθία με το ψευδώνυμο "ΦΛΩΡΟΣ" μέλη δε της ΟΠΛΑ ήσαν αντάρτες του ΕΛΑΣ και αυτοί ξένοι προς το χωριό μας, άτομα αιμοβόρα και σκληρά. Οι συνεδριάσεις των Λαϊκών Δικαστηρίων ήσαν συνοπτικές και οι αποφάσεις τους τελεσίδικες, η δε ΟΠΛΑ εκτελούσε αμέσως αυτές που σχεδόν πάντα ήσαν θανατικές.

Σελ.-259-
72. Η Δράση των Ανταρτών στο Χέλι
Η δράση των Ανταρτών στο Χέλι, από την ίδρυση του ΕΑΜ σε αυτό και την ορκωμοσία που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1943, μέχρι και τον Μάιο του 1944 που οι Γερμανοί έκαναν τις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις στη περιοχή αυτή, είχε περιοριστεί στη σύλληψη, την παραπομπή σε δίκη , την καταδίκη και την εκτέλεση αντιφρονούντων πολιτών της Αργολίδας.
Καμιά ενέργεια δολιοφθοράς εναντίον των Γερμανών δεν έγινε στο Χέλι και καμιά σύγκρουση με τους Γερμανούς δεν πραγματοποιήθηκε στην περιοχή εκείνη. Όταν το Μάιο του 1944 εμφανίστηκαν οι Γερμανοί στο Χέλι, οι αντάρτες έγιναν άφαντοι από το Χέλι και άφησαν τους μυημένους από αυτούς Χελιώτες απροστάτευτους και έρμαιους στη διάθεση των κατακτητών, οι οποίοι χωρίς καμιά διαδικασία τους έστησαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Από τον Οκτώβριο του 1943 μέχρι και τον Μάιο του 1944, είχαν πιαστεί στον Αργολικό κάμπο, αλλά και μέσα από τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο οκτώ ίσως και περισσότερα άτομα, τα οποία και εκτελέστηκαν στην περιοχή του Χελιού, κατηγορηθεντες σαν συνεργάτες των Γερμανών η ότι είχαν εκδηλωθεί φιλικά προς τους Γερμανούς πριν από τον πόλεμο του 1940.
Οι αντάρτες εύκολα μπορούσαν να μπουν τις νύχτες στις πόλεις Άργος και Ναύπλιο, γιατί οι Γερμανοί τη νύχτα περιορίζονταν μέσα στους καταυλισμούς των και μόνο ελάχιστα καίρια σημεία φύλαγαν και όλα αυτά ήσαν γνωστά στους αντάρτες, οι οποίοι όταν έμπαιναν μέσα στις πόλεις,
απέφευγαν τα σημεία εκείνα με μεγάλη προσοχή.
Τα άτομα που οι αντάρτες εκτέλεσαν στην περιοχή του Χελιού στην πάρα πάνω περίοδο είναι οι παρακάτω για τους οποίους η ταυτότητα τους είναι γνωστή.
1. ΣΠΑΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: από την Πουλακίδα, παλαιός κομμουνιστής και συνεργάτης του Κωνσταντίνου Μάρα. Ο Σπανός είχε πιαστεί από τους Γερμανούς και ύστερα από πιέσεις και απειλές είχε προβεί σε αποκαλύψεις σε βάρος του ΕΑΜ και ιδιαίτερα του φίλου του Κωνσταντίνου Μάρα.
Οι αποκαλύψεις του αυτές θεωρήθηκαν προδοτικές και μια νύχτα οι αντάρτες τον έπιασαν στο χωριό του στην Πουλακίδα, μέσα στο σπίτι του. τον μεταφέρανε στο Χέλι όπου τον πέρασαν από Λαϊκό Δικαστήριο και τον καταδίκασαν σε θάνατο.
Μετά την καταδικαστική απόφαση εναντίον του, τον παρέδωσαν στην ΟΠΛΑ, όπου σε πρώτο στάδιο, δεμένο όπως τον είχαν άρχισαν να τον δέρνουν και να τον βασανίζουν. Οι βασανιστές σε αυτό το πρώτο στάδιο ήσαν Χελιώτες τους οποίους όριζαν οι αντάρτες. Στη συνέχεια τον οδήγησαν έξω από το χωριό όπου αναζητούσαν κατάλληλο μέρος, για την εκτέλεση του και την ταφή.
Τον μεταφέρανε σε μια περιοχή όπου τα παλαιά χρόνια υπήρχε ο οικισμός της Χώριζας και όπου σήμερα υπάρχουν εμφανή τα ερείπια δύο ανεμόμυλων και εκεί ψάχνοντας βρήκαν την κατάλληλη τοποθεσία, την όχθη ενός ρέματος όπου υπήρχε εκεί ένα παλαιό ασβεστοκάμινο. Εκεί τον εκτέλεσαν, άγνωστο με ποιο τρόπο,

Σελ.-260-
 έπειτα τον πέταξαν μέσα στο ασβεστοκάμινο, όπου στη συνέχεια καταπλακώθηκε με πέτρες κλαδιά και χώματα και παρέμεινε εκεί μέσα θαμμένος και είναι άγνωστο αν αργότερα μεταφέρθηκαν τα οστά του ή όχι.
2. ΜΠΟΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ: Δεύτερος στη σειρά ήταν ο μόνιμος Αξιωματικός Μπόμπος Ανδρέας καταγόμενος από το Αργος όπου και έμενε. Και αυτός πιάστηκε στο σπίτι του στο Αργος και μεταφέρθηκε στο Χέλι όπου πέρασε από Λαϊκό Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η κατηγορία εναντίον του ήταν ότι είχε συμμετάσχει στην κίνηση των Αξιωματικών στο Φάρμακα και μετά τη διάλυση της ομάδας αυτής των Αξιωματικών από τον ΕΛΑΣ, δεν προσχώρησε σε αυτό.
Και για τον Μπόμπο ακολούθησαν την ίδια διαδικασία πριν από την εκτέλεση. Αφού πρώτα τον έγδυσαν και τον έδεσαν πισθάγκωνα, για μια ολόκληρη ημέρα είχαν ορίσει πάλι δύο Χελιώτες, οι οποίοι τον έδερναν συνεχώς και για αμοιβή τους έδωσαν το καινούργιο κοστούμι που φορούσε ο Μπόμπος.
Έπειτα μισοπεθαμένο τον έσυραν και τον οδήγησαν πίσω από το Νεκροταφείου του χωριού όπου και τον εκτέλεσαν εκεί και τον σκέπασαν έπειτα πρόχειρα με χώματα και πέτρες. Αργότερα οι δύο Χελιώτες Εαμίτες που τον έδερναν, έγιναν συνεργάτες των Γερμανών, αφού κατατάχθηκαν στα Τάγματα ασφαλείας.
3. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΠΩΤΗΣ Πρόεδρος Μέρμπακα
4. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΣ
5.ΤΟΜΠΡΑΣ ΤΑΣΟΣ
Και οι τρεις παραπάνω ήσαν από το Μέρμπακα, τους είχαν πιάσει στο χωριό τους και τους είχαν μεταφέρει στην περιοχή του Χελιού, ειδικότερα κοντά στο Μοναστήρι της Παναγίας. Και τους τρεις τους κατηγόρησαν για Γερμανόφιλους, γιατί σε ανύποπτο χρόνο και πριν από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, σε συζήτηση που είχε γίνει στο χωριό τους, είχαν εκδηλωθεί υπέρ των Γερμανών. Το φαινόμενο αυτό ήταν πολύ συνηθισμένο στα χωριά τότε πριν από τον πόλεμο του1940, όπου οι Έλληνες ήσαν χωρισμένοι σε δύο παρατάξεις, στους Αγγλόφιλους και τους Γερμανόφιλους. Με αυτή λοιπόν την κατηγορία, πέρασαν και οι τρεις από Λαϊκό Δικαστήριο και καταδικάστηκαν σε θάνατο.
 Για αρκετές όμως ημέρες μετά την καταδικαστική απόφαση τους κρατούσαν δέσμιους εκεί στο Μοναστήρι, όπου συχνά τους επισκεπτόταν ένας Χελιώτης τσοπάνος, ο Παναγιώτης Οικονόμου (Ντούρος) που ήταν Κουμπάρος του Παναγιώτη Κυριάκου και τους εφοδίαζε με τρόφιμα. Κάποια μέρα όμως που πήγε ως συνήθως με τα τρόφιμα, δεν τους βρήκε εκεί, του είπαν δε οι αντάρτες ότι τους έδιωξαν από εκεί και τους μετέφεραν σε άλλη περιοχή, ενώ την ίδια ημέρα τους είχαν εκτελέσει και τους τρεις και τους είχαν θάψει στο μικρό Νεκροταφείο του Μοναστηριού.
6. Έκτο θύμα των Ανταρτών στο Χέλι ήταν ένας νέος από το Κατσίγκρι (Άγιο Αδριανό ). Τον είχαν φέρει στο χωριό όπου τον κρατούσαν δεμένο και σχεδόν γυμνό, με την κατηγορία ότι είχε προδώσει στους Γερμανούς κάποιον συγχωριανό του, ο οποίος πιάστηκε από τους Γερμανούς και εκτελέστηκε αμέσως. Πριν από την εκτέλεση όπως συνήθως, πάλι είχαν ορίσει δύο Χελιώτες οι οποίοι τον
Σελ.-261-
έδερναν για μια ολόκληρη ημέρα. Μετά τον ξυλοδαρμό αιμόφυρτο τον έσυραν και αυτόν κοντά στο Νεκροταφείο, όπου τον εκτέλεσαν και τον πέταξαν μέσα σε ένα λάκκο που υπήρχε εκεί κοντά και τον σκέπασαν με κλαδιά και πέτρες και έμεινε εκεί αρκετές ημέρες σχεδόν άταφος και δεν μπορούσε κανείς να πλησιάσει σε αυτό το μέρος από τη δυσοσμία που ανέδιδε το πτώμα του για αρκετό καιρό. Άγνωστο είναι και γι' αυτόν τι έγινε το πτώμα του.
7. ΒΟΒΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ: Αυτός είχε και το παρατσούκλι Καμπούρης. Τον είχαν πιάσει στο Αργός και τον μετέφεραν στο Χέλι που πέρασε από Λαϊκό Δικαστήριο και καταδικάστηκε σε θάνατο, οδηγήθηκε έπειτα στην Τραπεζώνα κοντά εκεί σε μια στέρνα του Καλή όπου και εκτελέστηκε και εκεί έμεινε σχεδόν άταφος, αφού πρόχειρα σκεπάστηκε με μερικά κλαδιά και πέτρες.
8. Το όγδοο θύμα των ανταρτών στο Χέλι ήταν ένας υπάλληλος του Πιπέρου από το Ναύπλιο πού τον είχαν μεταφέρει στο Χέλι, τον είχαν γυμνώσει και αυτόν και τον είχαν δέσει σε ένα σπίτι και εκεί πάλι είχαν βάλει ένα Χελιώτη και τον κτυπούσε συνέχεια μια ολόκληρη ημέρα, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει καθόλου. Έπειτα τον οδήγησαν ψηλά στην Τραπεζώνα και εκεί κοντά στην τοποθεσία"Γκούρι -Καπάκιτ" τον εκτέλεσαν και τον άφησαν έτσι άταφο, τροφή για τα όρνια και τα αγρίμια.
Πέρα από τις οκτώ αυτές εκτελέσεις που έγιναν στο Χέλι από τους αντάρτες, πιθανόν να έγιναν και άλλες που να μην υπέπεσαν στην αντίληψη των κατοίκων του χωριού, για να καταγραφούν στη μνήμη τους.
Γνωστό πάντως είναι ότι στο Χέλι μεταφέρονταν συχνά και άλλοι κρατούμενοι, τους οποίους στη συνέχεια τους εξαφάνιζαν οι αντάρτες και είναι άγνωστο , αν μερικοί από αυτούς εκτελέστηκαν στη περιοχή αυτή η αν τους μετέφεραν και τους εκτέλεσαν σε άλλη περιοχή ή κάποιους από αυτούς πιθανόν να τους άφησαν ελεύθερους η ακόμη είναι δυνατόν μερικοί από αυτούς, προκειμένου να σώσουν το κεφάλι τους να προσχώρησαν προσωρινά στους αντάρτες.
 Πάντως προς την περιοχή της Τραπέζωνας και το βαθύ ρέμα πρέπει να έγιναν και άλλες εκτελέσεις, γιατί τσοπάνηδες της περιοχής εκείνης διηγούνταν αργότερα ότι συναντούσαν εκεί επάνω αντάρτες, καταματωμένους, οι οποίοι διηγούντο σε αυτούς, πως έσφαζαν τους προδότες με το μαχαίρι. Οι ίδιοι μάλιστα τσοπάνηδες έλεγαν ότι μαζί με τους καταματωμένους αντάρτες, ήσαν και άνθρωποι μέσα από το χωριό, βουτηγμένοι και αυτοί στο αίμα.

73.     Οι Πρώτες αντιδράσεις κατά του Ε.Α.Μ. στο Χέλι
Η οργάνωση του ΕΑΜ ιδρύθηκε στο Χέλι με αποκλειστικό σκοπό να διώξει τον κατακτητή από την Πατρίδα μας. Άλλωστε και ο όρκος που είχαν δώσει οι Χελιώτες στην ομαδική ορκωμοσία που έγινε στο χωριό, ήταν η απαλλαγή του τόπου από τον κατακτητή. Με αυτή τη προϋπόθεση ολόκληρο το χωριό εθεωρείτο οργανωμένο στο ΕΑΜ.

Σελ.-262-
Όσο όμως περνούσε ο καιρός, οι πράξεις των ανταρτών έδειχναν πως ο κύριος σκοπός των δεν ήταν η απελευθέρωση της Πατρίδας από τον κατακτητή, αλλά πως κύριος σκοπός και στόχος ήταν η εξόντωση όλων των αντιφρονούντων πολιτών, με σκοπό την επικράτηση τους ιδεολογικά σε όλη τη χώρα. Έτσι εκδηλώθηκαν στο χωριό οι πρώτες διαφωνίες μέσα στο ΕΑΜ, ως προς την τακτική των μαζικών εκτελέσεων Ελλήνων, που ακολουθούσαν οι σκληροί πυρήνες του ΕΑΜ .
Ένα από τα διαφωνούντα μέλη του ΕΑΜ ήταν και ο Γ. Μπιμπής που ενώ από την αρχή είχε ενταχθεί στις τάξεις του ΕΑΜ, πολύ γρήγορα διαφώνησε με την τακτική των εκτελέσεων και προσπαθούσε να βρει κάποια αφορμή για να διαχωρίσει τη θέση του αυτή. Ένα δε περιστατικό που έπεσε στην αντίληψη του όταν είχε πάει αποστολή στα Δίδυμα, όπου την εποχή εκείνη ήταν εκεί και το στρατηγείο της ΟΠΛΑ που ασχολείτο αποκλειστικά με τις εκτελέσεις Ελλήνων και είδε την ΟΠΛΑ να εκτελεί δύο νέα παιδιά αδέρφια για ασήμαντη αφορμή, συγκλονίστηκε πραγματικά και από τότε άρχισε να εκδηλώνει την δυσπιστία του προς το ΕΑΜ και τους πραγματικούς σκοπούς του.
Όταν γύρισε από τα Δίδυμα βρήκε στο σπίτι του στο χωριό τους Καπετάνιους Φλώρο, Κεραυνό και άλλους που ήσαν κυριολεκτικά βουτηγμένοι στο αίμα και οι οποίοι διηγούντο πόσους και ποιους είχαν σκοτώσει εκείνες τις ημέρες και έκαναν αναπαράσταση των εκτελέσεων αυτών, .προφανώς για να τρομοκρατήσουν όλους αυτούς που είχαν εκδηλώσει τη δυσπιστία τους προς το ΕΑΜ. Εκεί στο σπίτι βρισκόταν και το βαφτιστήρι του θείου του από το Γκέρμπεση, ο Λιλής που ήταν ένα από τα δραστήρια μέλη του ΕΑΜ, όχι μόνο στο χωριό του το Γκέρμπεση, αλλά και σε ολόκληρη την περιοχή.
Ο Γ. Μπίμπής όμως δεν πτοήθηκε από όλα αυτά που έβλεπε και άκουγε εκεί και από ότι είχε ιδεί στα Δίδυμα και έκανε προς τους συντρόφους του σκληρές παρατηρήσεις: "Εμείς σύντροφοι κάναμε την οργάνωση για να διώξουμε τους κατακτητές και όχι για να σφάζουμε Έλληνες. Τι κάνουμε εδώ; Τι πράγματα είναι αυτά;" Τους έκανε δε τη δήλωση ευθέως ότι ήταν διατεθειμένος να αποχωρήσει από την οργάνωση.
Η έντονη αυτή διαφωνία εξερέθισε τον Λιλή, ο οποίος έβγαλε το πιστόλι του και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει αμέσως, παρά την πνευματική συγγένεια που τους συνέδεε, αλλά επενέβησαν εκεί οι ψυχραιμότεροι και αποσοβήθηκε η ενέργεια αυτή του Λιλή.
Από τη στιγμή αυτή ο Γ. Μπιμπής εμπνεόμενος από τον πόθο για την λευτεριά της πατρίδας μας από τους κατακτητές και μη έχοντας εμπιστοσύνη πλέον στο ΕΑΜ, αναζήτησε άλλους τρόπους για να πραγματοποιήσει το στόχο του αυτό και κατ' αρχήν ήλθε σε επαφή με την ομάδα που είχαν ιδρύσει τότε οι Αξιωματικοί στο Φάρμακα, αλλά γρήγορα απογοητεύθηκε από εκεί, αφού η ομάδα αυτή πολύ γρήγορα είχε άδοξο τέλος.
Στη συνέχεια ήλθε σε επαφή με τον Παπακοκκίνη, ο οποίος κινείτο τότε δραστήρια για τη δημιουργία Οργάνωσης του ΕΔΕΣ στην περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου. Ο Παπακοκκίνης είχε την έδρα του στη Μονή Ταξιαρχών και συχνά 
Σελ.-263-
ανέβαινε από εκεί με τα πόδια στο οροπέδιο του Αραχναίου όπου είχε συχνές επαφές με τον Γ. Μπιμπή. Στη νέα αυτή κίνηση συμμετείχαν περί τα εξήντα άτομα από το Χέλι. Συνεδρίαζαν στο υπόγειο του σπιτιού του Μπιμπή και το κύριο μέλημα τους ήταν να συγκεντρώσουν όπλα τα οποία είχαν ανάγκη.
Είχε ανακοινωθεί στα μέλη της νέας αυτής κίνησης στο Χέλι ότι υπήρχαν στη διάθεση τους τα παρακάτω όπλα.
1. Ένα βαρύ πολυβόλο με αρκετά πυρομαχικά
2. Δύο πολεμικά όπλα Μάνλιχερ με πολλά πυρομαχικά
3. Δύο Περίστροφα με αρκετές σφαίρες
4. Τρία Πιστόλια με αρκετές επίσης σφαίρες
Το βαρύ Πολυβόλο ήταν αυτό που είχαν μεταφέρει από το Κατσίγκρι τα αδέρφια του Χρήστος και Παναγιώτης και βρισκόταν κρυμμένο στην άριζε-Γκίλεζα.
Φαίνεται όμως πως μέσα στην οργάνωση αυτή είχαν και σπιούνους, άτομα δηλαδή που είχαν προσχώρησα εκεί, αλλά παράλληλα υπηρετούσαν και το ΕΑΜ. Έτσι λοιπόν μετέφεραν στο ΕΑΜ το μυστικό της κατοχής του πολυβόλου και αμέσως ο Γενικός υπεύθυνος του χωριού Σαίνης συνέλαβε τον Γ. Μπιμπή με απαίτηση να παραδώσει αμέσως το πολυβόλο στην οργάνωση του ΕΑΜ. Όπως είχαν διαμορφωθεί τα πράγματα δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά και το πολυβόλο με τα πυρομαχικά του πέρασε στα χέρια των ανταρτών του ΕΛΑΣ.
Η κατάσταση δεν ήταν τόσο καλή στο χωριό. Η δράση του ΕΑΜ συνεχιζόταν με εκτελέσεις αντιφρονούντων πολιτών, παράλληλα όμως δρούσε και η νέα κίνηση του Παπακοκκίνη που είχε σαν στόχο να διώξει από το χωριό τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και το γενικό υπεύθυνο του ΕΑΜ στο χωριό Βασ. Σαίνη και να κυριαρχήσει αυτή στη περιοχή του Αραχναίου. Ήθελαν δε να δοκιμάσουν την ανδρεία των ανταρτών του ΕΛΑΣ και να τους εξευτελίσουν και για να πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους αυτό έβαλαν τον Αγροφύλακα του χωριού Ι. Μπαβέλα να ειπεί στους αντάρτες ότι στην περιοδεία που έκανε σαν Αγροφύλακας, αντιλήφθηκε εκεί στην Τούρμιζα μια ομάδα Γερμανών, οι οποίοι βάδιζαν προς το χωριό.
Οι αντάρτες μόλις πήραν την είδηση αυτή από τον Μπαβέλα, τράπηκαν αμέσως σε φυγή προς τα Φράκια παίρνοντας μαζί τους και τον υπεύθυνο του χωριού Σαϊνη. Οι Γερμανοί όμως δε φάνηκαν στο χωρίο και οι αντάρτες υποπτεύθηκαν ότι η πληροφορία αυτή δεν ήταν σωστή, οπότε έπιασαν τον Αγροφύλακα και τον πίεζαν να τους ειπεί αν η πληροφορία αυτή ήταν σωστή ή φάρσα και ποιος ή ποίοι τον παρακίνησαν να ειπεί αυτό το ψέμα Ο Αγροφύλακας προσπάθησε να δικαιολογηθεί, λέγοντας ότι κάτι είχε ιδεί στην περιοχή της Τούρμιζας και του φάνηκαν ότι ήσαν Γερμανοί. Οι αντάρτες όμως δεν πείσθηκαν στις δικαιολογίες αυτές και συνέχιζαν να τον πιέζουν να ειπεί την αλήθεια και τον απειλούσαν ότι αν δε ειπεί την αλήθεια θα τον πάνε στην ΟΠΛΑ για εκτέλεση.
Αφού στις σκληρές πιέσεις και απειλές ο Μπαβέλας δεν κάμφθηκε και δεν μαρτύρησε ποιος τον είχε βάλει να ειπεί αυτό το ψέμα, τότε τον έπιασαν μαζί με 

Σελ.-264-
έναν άλλο συγχωριανό του, τον Βασίλη Ντέγκα και αναχώρησαν για την Πιάδα, όπου εκείνη την εποχή βρισκόταν η ΟΠΛΑ. προκειμένου να τους εκτελέσουν. Τότε η γυναίκα του Αγροφύλακα κατατρομαγμένη πήγε και βρήκε τον Γ Μπίμπή και του ανακοίνωσε, ότι ο άντρας της πιάστηκε από τους αντάρτες και ότι τον πάνε στην Πιάδα για εκτέλεση. Ο Μπιμπής τότε έτρεξε και βρήκε τους υπεύθυνους και τους λέει " Τι πάτε να κάνετε εδώ σύντροφοι; Πάτε τον άνθρωπο για εκτέλεση επειδή δεν βγήκε σωστός στην πληροφορία που σας έδωσε; Ξέρετε τι θα γίνει μετά; Κανένας δεν θα τολμήσει να έλθει να σας ειδοποιήσει ότι κάπου εμφανίστηκαν Γερμανοί, αφού θα έχει το φόβο ότι αν η πληροφορία αυτή δεν βγει αληθινή, κινδυνεύει να πάει στο εκτελεστικό απόσπασμα και τότε οι Γερμανοί θα έλθουν κάποια ημέρα ανενόχλητοι και θα μας πιάσουν όλους στον ύπνο."
Οι υπεύθυνοι τότε μεταπείσθηκαν ότι δεν ήταν σωστή η ενέργεια τους αυτή και ότι δεν έπρεπε να εκτελεσθεί ο άνθρωπος αυτός και αμέσως έστειλαν αγγελιοφόρο να πάει να τους προλάβει στο δρόμο, με εντολή να γυρίσουν πίσω στο χωρίο.
Ο αγγελιοφόρος πρόλαβε την αποστολή πέρα από τα Φράκια στην τοποθεσία Πίουϊα και τους κάλεσε να γυρίσουν πίσω, οπότε επέστρεψαν όλοι στο χωριό και η περιπέτεια αυτή του Αγροφύλακα πήρε ένα καλό τέλος με τη μεσολάβηση του Γ Μπιμπή.
74•    Αποτυχία των Άγγλων Πρακτόρων στο Χέλι και το Τέλος του Παπα-Κοκκίνη
Ο Παπα-κοκκίνης που μόνιμα βρισκόταν στη Μονή Ταξιαρχών της Επιδαύρου είχε πάντα την επιθυμία να οργανώσει στο ΕΔΕΣ κατοίκους της περιοχής, κυρίως των ορεινών περιοχών και όλο το βάρος το είχε ρίξει στο Χέλι όπου από την αρχή είχε βρει ανταπόκριση, έπειτα από την δυσαρέσκεια πολλών κατοίκων του, για τις εκτελέσεις που έκαναν στο χωριό οι αντάρτες του ΕΛΑΣ. Συναντήσεις με τον Παπακοκκίνη γίνονταν αρκετές, όχι βέβαια μέσα στο χωριό, αλλά πάντα στον Αρνά και συγκεκριμένα στη Λάκα Στείρι και στη μεγάλη Λάκα, όπου ο Παπακοκκίνης ανέβαινε με τα πόδια από το Μοναστήρι των Ταξιαρχών.
Στην περίοδο εκείνη η Οργάνωση του Παπακοκκίνη είχε έλθει σε επαφή με το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής και είχε συμφωνηθεί ότι θα ερχόταν ένα Αγγλικό αεροπλάνο και θα έριχνε με αλεξίπτωτο δύο πράκτορες στην περιοχή της Μεγάλης Λάκας. Για τη συγκεκριμένη δε νύχτα που θα ερχόταν το αεροπλάνο είχε συμφωνηθεί στην περιοχή εκείνη να ήταν συνέχεια αναμμένη μια μεγάλη φωτιά για να προσδιορίσει τον ακριβή στόχο της ρίψης. Την καθορισμένη νύχτα άνδρες του Παπακοκκίνη έμειναν όλη τη νύχτα άυπνοι, τροφοδοτώντας με ξύλα διαρκώς τη μεγάλη φωτιά.
Κάποια στιγμή άκουσαν τον βόμβο του αεροπλάνου και όλοι με αγωνία περίμεναν τους αλεξιπτωτιστές να πέσουν στο σημείο αυτό. Είδαν όμως το αεροπλάνο, που πέρασε πλάγια από την προσδιορισμένη θέση και φαίνεται πως δεν αντιλήφθηκε 

Σελ.-265-
τη φωτιά, να απομακρύνεται χωρίς να πραγματοποιηθεί η ρίψη. Κατά πάσα πιθανότητα ο πιλότος δεν μπόρεσε να επισημάνει το στόχο του και αναγκάσθηκε να περιπλανηθεί και έτσι απομακρύνθηκε από τον καθορισμένο στόχο, χωρίς να το καταλάβει και κάποια στιγμή, ενώ βρισκόταν επάνω από τον Αμαριανό, διέκρινε κάποια εστία φωτιάς, που ίσως κάποιος τσοπάνης της περιοχής εκείνης είχε ανάψει.
Ο πιλότος με τη θέα αυτής της φωτιάς, νομίζοντας πως αυτός είναι ο στόχος, αφού έκανε τους κατάλληλους χειρισμούς, χαμήλωσε το αεροπλάνο του και έριξε τους δύο πράκτορες σε μια πλαγιά του Αραχναίου προς το μέρος του Αμαριανού, εκεί ακριβώς που είχε επισημάνει την εστία της φωτιάς. Οι δύο πράκτορες αφού απαλλάχτηκαν από τα περιττά τους πράγματα και εφοδιασμένοι με πολλές χρυσές λίρες, περίμεναν εκεί για να τους παραλάβουν οι άνδρες του Παπακοκκινη, αλλά μάταια περίμεναν εκεί, μέχρι που ξημέρωσε, γιατί βρίσκονταν αρκετά μακριά από την τοποθεσία που είχε συμφωνηθεί να πέσουν.
Για κακή τους όμως τύχη ο πρώτος που τους αντιλήφθηκε ήταν άτομο από το Γκέρμπεση, (που ίσως να λεγόταν Σκούρκος) και ο οποίος με κάποιο τρόπο ειδοποίησε τους Γερμανούς στο Ναύπλιο, οι οποίοι δεν έχασαν καιρό και μέσα σε λίγη ώρα είχαν φθάσει στον Αμαριανό.
Οι πράκτορες αφού περίμεναν αρκετή ώρα στον τόπο που είχαν πέσει και δεν φάνηκε κανένας να τους παραλάβει, χωρίς καν να ξέρουν που βρισκόντουσαν, άρχισαν τις περιπλανήσεις τους στη περιοχή εκείνη. Είχε πια ξημερώσει για τα καλά και μπορούσαν εύκολα να προσανατολισθούν.
Αφού διέσχισαν τον Αμαριανό, βρέθηκαν τελικά στο κάτω μέρος της χούνης. Από ένστικτο σκέφθηκαν πως η πορεία τους προς τον Αργολικό κάμπο θα ήταν επικίνδυνη, μπήκαν λοιπόν μέσα στη ρεματιά και άρχισαν να πεζοπορούν προς την ανατολή, όπου έπειτα από αρκετή ώρα έφθασαν στο Μοναστήρι της Παναγίας και εκεί συνάντησαν τον πρώτο άνθρωπο, τον Παπανικόλα μαζί με τον ψυχογιό του, ένα μικρό παιδάκι από το Χέλι.
Εκεί παρέμειναν για λίγη ώρα να ξεκουραστούν και να ιδούν στη συνέχεια τι θα κάνουν και προς ποια κατεύθυνση θα προχωρήσουν για να είναι πρώτα περισσότερο ασφαλείς και έπειτα να μπορέσουν να έλθουν σε επαφή με την Οργάνωση που τους περίμενε και να αποφασίσουν για την πιο πέρα δράση τους.
Οι Γερμανοί από το άλλο μέρος, έφθασαν στον Αμαριανό, στον τόπο που τους είχε υποδειχθεί ότι είχαν προσγειωθεί οι πράκτορες και εκεί πήραν τις πληροφορίες από τον καταδότη, ότι οι πράκτορες είχαν πάρει το δρόμο μέσα από τη χούνη κατευθυνόμενοι προς το Χέλι. Ακολούθησαν και αυτοί την ίδια κατεύθυνση και για κακή τύχη πρόλαβαν τους πράκτορες στο Μοναστήρι της Παναγιάς, όπου τους συνέλαβαν έπειτα από καταδίωξη και τους μετέφεραν στο Ναύπλιο. Στο Χέλι δεν μαθεύτηκε ποτέ ποια ήταν η τύχη αυτών των πρακτόρων που η επιχείρηση τους είχε τόσο άδοξο τέλος.
Ο Παπακοκκίνης όμως και έπειτα από την αποτυχία που είχαν οι πράκτορες αυτοί, συνέχιζε τη δράση του σε αυτή την περιοχή και πραγματοποίησε στον Αρνά πολλές ακόμα συναντήσεις με την Ομάδα του Χελιού.

Σελ.-266-
Κάποιο βράδυ όμως ενώ είχε ορισθεί συνάντηση στον Αρνά όπου είχαν φθάσει πολλά άτομα από το Χέλι και τον περίμεναν να φθάσει εκεί από τη Μονή των Ταξιαρχών, σκαρφαλώνοντας από την Ανατολική πλευρά του Αραχναίου, η συνάντηση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, γιατί φαίνεται κάπου αλλού θα πρέπει να απασχολήθηκε ο Παπακοκκίνης.
Έτσι η κίνηση αυτή του χωριού για να συγκροτηθεί ομάδα του ΕΔΕΣ πήρε τέλος με αποτέλεσμα ολόκληρη η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου να βρεθεί και πάλι υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Αργότερα μαθεύτηκε πως ο Παπακοκκίνης είχε πάει προς τον Πάρνωνα και εκεί έπειτα από κάποια σύγκρουση με το ΕΛΑΣ, πιάστηκε αιχμάλωτος και μετά από πολλά βασανιστήρια εκτελέστηκε από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.
75.     Σύλληψη του Γεωργίου Μπιμπή και Μεταφορά του στη Γκούρα
Η ηγεσία του ΕΑΜ στο Χέλι είχε πεισθεί πια πως ο Γ Μπιμπής όχι μόνα διαφωνούσε με τις ιδέες τους και τις πράξεις τους, αλλά και ότι παράλληλα προσπαθούσε να οργανώσει και δράση εναντίον τους και χωρίς να σκεφθούν πολύ πήραν την απόφαση να τον βγάλουν από τη μέση. Έτσι πολύ γρήγορα οργάνωσαν ένα σχέδιο για την εξόντωση του και ένα βράδυ ένοπλοι αντάρτες μπήκαν ξαφνικά στο σπίτι του, τον συνέλαβαν και αφού τον έδεσαν καλά, πήγαν έπειτα και σε ένα άλλο σπίτι του Σπύρου Ζαφείρη, συνέλαβαν και αυτόν , τον έδεσαν επίσης και το ίδιο βράδυ τους έστειλαν συνοδεία στη Γκούρα όπου εκείνη την εποχή είχε μεταφερθεί η έδρα του Λαϊκού Δικαστηρίου και της ΟΠΛΑ με σκοπό βέβαια να τους παραπέμψουν με βαριές κατηγορίες, για να τους δικάσουν και να τους εκτελέσουν.
Μαζί με αυτούς τους δύο κρατουμένους είχαν πάρει και τον πρόεδρο του χωριού, τον Χρήστο Πασπαλιάρη, Όταν όμως έφθασαν στη Νεμέα όπου έκαναν και τον πρώτο τους σταθμό, άφησαν ελεύθερο τον πρόεδρο του Χελιού να γυρίσει πίσω στο χωριό του, ενώ τους άλλους δύο δέσμιους όπως τους είχαν τους οδήγησαν συνέχεια προς την Γκούρα όπου μετά από πολύωρη και εξαντλητική πορεία, έφθασαν στο προορισμό τους και σταμάτησαν σε μια ρεματιά και δεμένοι όπως ήσαν με τα χέρια πίσω τους έδεσαν επί πλέον σε ένα μεγάλο δέντρο και εκεί αφού άφησαν δυο άντρες για φρουρά, Οι υπόλοιποι απομακρύνθηκαν. Στο σημείο αυτό δεμένοι όπως ήσαν πέρασαν όλη τη νύχτα μαζί με τους φρουρούς των, κατάκοποι, πεινασμένοι και διψασμένοι.
Όταν ξημέρωσε και βγήκε ο ήλιος καλά, πήγαν εκεί άλλοι δύο αντάρτες που αντικατέστησαν τη φρουρά και αφού έλυσαν τους κρατουμένους, τους έβαλαν να καθίσουν κάτω και στη συνέχεια τους έδωσαν να φάνε φακές που είχαν φέρει μαζί τους, τους έδωσαν επίσης και νερό και στην θέση αυτή έμειναν ακόμα για αρκετές ώρες, Ο Γιώργος μετά το φαγητό και αφού ήπιε λίγο νερό, έπεσε στο έδαφος

Σελ.-267-
 μπρούμυτα και έμεινε εκεί σκεφτικός και αμίλητος, συλλογιζόμενος τι έμελλε να συμβεί τις επόμενες ώρες και ημέρες.
Ήσαν οι τελευταίες του στιγμές αυτές άραγε; ή είχαν να υποστούν πολλά βασανιστήρια μέχρι να έλθει το τέλος τους; Είχε πολλές εμπειρίες από το Χέλι, με ποιο τρόπο βασάνιζαν και εκτελούσαν τα θύματα τους οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και αυτό το γεγονός τον τρόμαζε περισσότερο. Μια σφαίρα στο κεφάλι ή στην καρδιά θα ήταν ο πιο ανώδυνος θάνατος. Αυτό πια αποτελούσε τη μεγάλη ειρωνεία της τύχης του, της τύχης ενός ανθρώπου που είχε οραματισθεί αγώνες για την λευτεριά της Πατρίδας του, αψηφώντας γι αυτούς και τον θάνατο ακόμα και να που τώρα αντιμετωπίζει τον θάνατο όχι από τα βόλια του εχθρού στο πεδίο της μάχης, αλλά ποιος ξέρει με ποιο τρόπο από χέρια ας πούμε Ελλήνων, που σφάζουν Έλληνες γιατί σκέπτονται διαφορετικά από αυτούς.
Και ενώ οι δύο κρατούμενοι βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση τους πλησιάζουν τρεις οπλισμένοι αντάρτες και ρώτησαν τους φύλακες εκεί που βρίσκονται οι κρατούμενοι.
Οι φύλακες τους υπέδειξαν τους δύο κρατουμένους και τότε ο ένας από αυτούς που φαινόταν να είναι και ο επικεφαλής της ομάδας, πλησίασε το Γιώργο έτσι όπως ήταν μπρούμυτα πεσμένος, τον κλώτσησε και με αυστηρό ύφος φώναξε. "Σήκω επάνω ρε."
Ο Γιώργος σηκώθηκε επάνω και γύρισε να ιδεί ποιος είναι, οπότε ο αντάρτης μόλις τον αντίκρισε, σάστισε βλέποντας τη μορφή του Γιώργου Μπιμπή, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του τον ικανότατο Λοχία βολής της Μοίρας του Πυροβολικού που διοικούσε στο Αλβανικό Μέτωπο και αμέσως στράφηκε προς αυτόν, τον κοίταξε κατάματα και του είπε:" Βρε Γιώργη εσύ εδώ;"
Ό άλλος κρατούμενος Σπύρος Ζαφείρης που παρακολουθούσε τη σκηνή τα έχασε κυριολεκτικά, μα το μυστήριο δεν άργησε να λυθεί.
Ο αντάρτης που τους είχε πλησιάσει ήταν ο Διοικητής της Μοίρας του Πυροβολικού όπου από το 1939 υπηρετούσε την θητεία του ο Γιώργος, ο οποίος σαν λοχίας βολής ήταν τότε ο αγαπημένος του Λοχίας γιατί πραγματικά θαύμαζε την ικανότητα του και την ευφυΐα του υπαξιωματικού αυτού της μοίρας του. Αμέσως ο Λοχαγός του και αντάρτης τώρα τον άρπαξε στην αγκαλιά του, τον φιλούσε αρκετή ώρα και έπειτα τον πήρε και τον πήγε πιο πέρα , εκεί κάθισαν κάτω από μια συκιά και κουβέντιασαν αρκετή ώρα.
Το τι ακριβώς είπαν μεταξύ τους, δεν μαθεύτηκε ποτέ, γιατί το προσωπικό ημερολόγιο του Γιώργου, στο οποίο ήταν γραμμένη όλη η συνομιλία που είχαν κάνει οι δυο τους, καταστράφηκε στο χωριό αργότερα. όταν οι Γερμανοί κατά τις εκκαθαριστικές τους επιχειρήσεις είχαν φθάσει μέσα στο Χέλι. Εκείνα που έγιναν γνωστά από τον συγκατηγορούμενό του Σπύρο Ζαφείρη αργότερα, στον οποίον ο Γιώργος τα είχε διηγηθεί είναι τα εξής;
Ο Αντάρτης Λοχαγός του είπε: " Γιώργο εδώ σε έχουν φέρει για εκτέλεση, είμαι όμως αποφασισμένος να μην αφήσω ποτέ να γίνει ένα τέτοιο έγκλημα, αλλά άκουσε τι θα σου ειπώ. Όλοι μας έχουμε πέσει σε παγίδα. Για άλλο σκοπό ανεβήκαμε 

Σελ.-268-
στο βουνό και άλλα βλέπουμε να γίνονται. Δυστυχώς όμως είναι αδύνατο να απαγκιστρωθούμε από εδώ. Το τέλος όμως όλων μας δεν το βλέπω καλό. Η Ελλάδα θα καταστραφεί τελείως. Προβλέπω πως θα έχουμε εμφύλιο πόλεμο και δεν θα μείνει όρθιο τίποτα. Για άλλο σκοπό μπήκαμε στο ΕΑΜ και άλλα βρήκαμε μπροστά μας. Πουληθήκανε πολλοί, πήραν πάρα πολλές λίρες και θα καταλήξουμε οπωσδήποτε σε εμφύλιο σπαραγμό, θα σκοτωθούμε όλοι στο τέλος. Θα σας διώξω λοιπόν και τους δύο από εδώ, θα σας στείλω συνοδεία μέχρι τη Νεμέα και από εκεί μόνοι σας θα πάτε στο χωριό σας και σας δίνω μια συμβουλή, στο χωριό που θα πάτε να μην ανακατευθείτε σε τίποτα πια."
Και πράγματι αφού τους εφοδίασε με το απαραίτητο νερό, όρισε δύο συνοδούς οι οποίοι τους οδήγησαν μέχρι τη Νεμέα και αφού πέρασαν τον Δημόσιο δρόμο Άργους-Κορίνθου, τους άφησαν ελεύθερους να
-----
επιστρέψουν στο χωριό τους και από τότε αποφάσισαν πια να μην ανακατευθούν σε τίποτα.
Ο Γιώργος είχε εκμυστηρευθεί στον αδελφό του Τάσο όταν επέστρεψε πια στο χωριό του ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά. Από ότι είδε και άκουσε στην Γκούρα θα έλθει ημέρα πού όλος ο κόσμος θα πάθει μεγάλη συμφορά. Υποπτεύομαι ότι όλοι μια ημέρα θα καταστραφούμε, δεν πρόκειται να ζήσουμε κανένας μας μέχρι το τέλος, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, θα σκοτωθούμε όλοι μας προδομένοι μέσα από το χωριό. Και πράγματι η προφητεία αυτή του Γιώργου Μπιμπή επαληθεύτηκε ακριβώς, όπως τα είχε προβλέψει, όπως παρακάτω θα γνωρίσουμε στα επόμενα κεφάλαια ότι ακριβώς συνέβη στο χωριό.
76.     Το Πρώτο Θύμα των Γερμανών στο Χέλι
Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ είχαν γίνει κυρίαρχοι πια σε όλη την περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου και δρούσαν εκεί ανενόχλητοι. Είχαν στήσει φυλάκια γύρω από το χωριό, στα οποία έβαζαν κάθε βράδυ φρουρούς Χελιώτες, τους οποίους επιστράτευαν από το χωριό. Φυλάκια επίσης είχαν και σε όλες τις προσβάσεις προς το Χέλι από τις γύρω περιοχές. Ένα τέτοιο φυλάκιο ήταν και στη Σκάλα, κοντά στην τελευταία αριστερή στροφή, όπως ανεβαίνουμε από τον Αμαριανό στο Χέλι. Και στο φυλάκιο αυτό κάθε βράδυ στέλνονταν Χελιώτες.
Στις 13 προς 14 Μαρτίου 1944 μεταξύ των Χελιωτών που είχαν σταλεί εκεί ήταν και ο Αναστάσιος Μπιμπής. Οι φύλακες εκεί παρέμειναν όλη τη νύχτα, επειδή όμως υπήρχαν πληροφορίες ότι το πρωί θα ερχόντουσαν Γερμανοί, οι οποίοι συχνά έκαναν επισκέψεις μέχρι τον Αμαριανό, χωρίς βέβαια να ανεβαίνουν προς το χωριό γιατί πάντα ήσαν μικρές περίπολοι και είχαν τον φόβο μην πέσουν σε ενέδρα των ανταρτών, οι φύλακες αυτοί εγκατέλειψαν το φυλάκιο πολύ πρωί στις 14-3-1944 και έτσι το φυλάκιο έμεινε έρημο. Στο φυλάκιο αυτό υπήρχε πάντα και τηλέφωνο σε λειτουργία. 
Την ίδια μέρα πολύ πρωί ο Κωνσταντίνος Ρόζης πήγαινε από το χωριό προς τον Αμαριανό, όπου βρισκόταν ο πατέρας του με τα πρόβατα τους για να του πάει 

Σελ.-269-
ψωμί. Το μαντρί του πατέρα του βρισκόταν κοντά στη θέση πηγαδάκι. Περνώντας ο Ρόζης από τη Σκάλα, όπου εκεί κοντά υπήρχε το φυλάκιο των Ανταρτών, το είδε έτσι εγκαταλειμμένο και του γεννήθηκε η περιέργεια να μπει μέσα και να το εξερευνήσει και έπειτα συνέχισε το δρόμο του προς τον Αμαριανό.
Κάτω όμως από τη Σκάλα βρισκόταν μια Γερμανική περίπολος που είχε φθάσει εκεί και οι Γερμανοί με τις διόπτρες τους επιτηρούσαν όλη την ορατή κορυφογραμμή του όρους Αραχναίου και φυσικά και την πρόσβαση της Σκάλας, όπου υπήρχε και το φυλάκιο των Ανταρτών. Από εκεί είδαν και τον Ρόζη που πρόβαλε στην κορυφή της Σκάλας και παρακολουθούσαν όλες του τις κινήσεις. Τον είδαν που λοξοδρόμησε και κατευθύνθηκε προς το φυλάκιο, στο οποίο μπήκε μέσα και αφού το εξερεύνησε, βγαίνοντας έπειτα έξω επιθεώρησε τα καλώδια του τηλεφώνου και στη συνέχεια ξαναγύρισε στο δρόμο και συνέχισε την πορεία του. Όλες όμως αυτές τις κινήσεις τις παρακολουθούσαν οι Γερμανοί, οι οποίοι τον θεώρησαν αντάρτη ή οπωσδήποτε άτομο στην υπηρεσία των ανταρτών και όταν ο Ρόζης κατέβηκε κάτω από τη Σκάλα, πιάστηκε από τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν αμέσως τις ανακρίσεις.
Μαζί τους οι Γερμανοί είχαν και Έλληνες με Γερμανική όμως στολή, όπως συνέβαινε πάντοτε και τους οποίους χρησιμοποιούσαν και σαν διερμηνείς και πάντοτε οι Έλληνες αυτοί ήσαν πιο αυστηροί και από τους ίδιους τους Γερμανούς. Στην ανάκριση ο Ρόζης τους είπε ότι δεν είναι αντάρτης, ούτε εκτελούσε καμιά υπηρεσία των ανταρτών, παρά ότι είναι ένας ταλαιπωρημένος βοσκός και ότι τον είχαν στείλει από το χωριό να πάει ψωμί στον πατέρα του στη στάνη, αλλά φαίνεται ότι οι Γερμανοί δεν τον πίστεψαν, παρά το γεγονός ότι ο άνθρωπος ήταν και άοπλος.
Από τη θέση που βρίσκονταν οι Γερμανοί, τον πήρανε και τον οδήγησαν παρακάτω, κατά μήκος της Ράχης που ακολουθούσε ο δρόμος για το Ναύπλιο και όταν έφθασαν κοντά στο σπίτι του Νικόλα (Νικολάου Αργυρόπουλου), τον οδήγησαν στη συνέχεια σε ένα χέρωμα και εκεί τον εκτέλεσαν χωρίς καμιά άλλη διαδικασία. Έπειτα οι Γερμανοί πήγαν στη στάνη του πατέρα του, το γέρο Ρόζη και του ζητούσαν τουφέκια, απειλώντας τον ότι θα τον εκτελέσουν. Τελικά οι Γερμανοί τον άφησαν ελεύθερο και γύρισαν πίσω στο Ναύπλιο, αφήνοντας πίσω τους ένα θύμα. το πρώτο θύμα των Γερμανών στο Χέλι τον Κώστα Ρόζη.
Το θύμα έμεινε εκεί άταφο 2-3 ημέρες, γιατί κανένας δεν τολμούσε να πάει να τον πάρει. Μετά από τρεις ημέρες τα αδέρφια του Ρόζη, μαζί με τα πρώτα τους ξαδέρφια Τάσο, Γιώργο και Χρήστο Μπιμπή, πήγαν στον τόπο της εκτέλεσης και πήραν το νεκρό, τον οποίον μετέφεραν στο Μοναστήρι και τον έθαψαν εκεί στο μικρό Νεκροταφείο που υπήρχε για τους Καλόγηρους. Δεν τον πήγανε στο χωριό, φοβούμενοι μήπως εκεί έρθουν οι Γερμανοί, γιατί πάντα υπήρχε η απειλή αυτή.

Σελ.-270-
77.     Σύλληψη Άλλων Δύο Χελιωτών από τους Αντάρτες
Λίγες ημέρες είχαν περάσει από την εκτέλεση του Κωνσταντίνου Ρόζη και ένα βράδυ ένοπλοι αντάρτες μπήκαν στο σπίτι του Ι. Μπιμπή, τον βρήκαν ξαπλωμένο στο κρεβάτι και του παράγγειλαν να σηκωθεί αμέσως και να ντυθεί, γιατί θα πήγαιναν στις Λίμνες για κάποια ανάκριση.
Βγαίνοντας έξω από το σπίτι είδε πως οι αντάρτες είχαν και άλλον κρατούμενο τον Ι. Τόσκα (Μαμάκη) και αμέσως και τους δύο μαζί συνοδεία. την ίδια νύχτα τους οδήγησαν στις Λίμνες . Ο λόγος που τους οδήγησαν εκεί , όπως τους είπαν, ήταν για κάποια ανάκριση, έτσι έλεγαν πάντα σε αυτούς που έπιαναν και το αποτέλεσμα ήταν τις περισσότερες φορές η παραπομπή τους στο Λαϊκό Δικαστήριο, η θανατική καταδίκη τους και η συνέχεια, το εκτελεστικό απόσπασμα, ειδικά δε αυτό ήταν σίγουρο για τους δύο κρατούμενους, γιατί τους θεωρούσαν επικίνδυνους, επειδή είχαν μεγάλη επιρροή στους συγχωριανούς τους.
Στις Λίμνες που πήγαν βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή μπροστά στον Αντάρτη Κ. Καρούνη, άτομο πολύ γνωστό στον Ι. Μπιμπή, γιατί από πολλά χρόνια πήγαινε στο Χέλι σαν γανωτής και έμενε φιλοξενούμενος πάντα στο σπίτι του Μπιμπή.
Ο Καρούνης επενέβη αμέσως και διεμήνυσε σε όλους τους αντάρτες, ότι τον Μπαρμπαγιάννη δεν θα τον πειράξει κανένας, ενώ τον Τόσκα τον παρέλαβαν δύο αντάρτες, και άρχισαν να τον κτυπούν, μέχρι που κυριολεκτικά έχασε τις αισθήσεις του. Ήθελαν δε μετά τον ξυλοδαρμό, να τον εκτελέσουν, αλλά η απόφαση τους αυτή απετράπη με την παρέμβαση του Καρούνη.
Αφού τελείωσε η ανάκριση την άλλη ημέρα τους άφησαν και τους δύο ελεύθερους να γυρίσουν στο χωριό τους. Ο Τόσκας όμως από τον ξυλοδαρμό δεν μπορούσε καθόλου να περπατήσει και ζήτησαν από το Χέλι, να πάνε οι συγγενείς του, οι οποίοι και τον μετέφεραν στο χωριό του επάνω σε ξυλοκρέβατο. Έτσι τελείωσε και αυτή η περιπέτεια για τους δύο Χελιώτες με τη παρέμβαση του Κ. Καρούνη.
Εκτός από τους δύο παραπάνω Χελιώτες, οι αντάρτες είχαν πιάσει και άλλα τέσσερα άτομα από τα οποία ζητούσαν να παραδώσουν τα όπλα που είχαν. Στην αρχή τους πίεζαν και στη συνέχεια τους έδειραν αρκετά, για να τους αναγκάσουν να τα παραδώσουν, τέλος αφού βεβαιώθηκαν ότι δεν είχαν όπλα τους άφησαν ελεύθερους. Ο Απρίλιος μήνας πέρασε χωρίς σπουδαία γεγονότα για το Χέλι, με μόνο τις δραστηριότητες των ανταρτών, οι οποίοι περιφέρονταν μέσα και έξω από το χωριό. Οι Γερμανοί κατά διάφορα χρονικά διαστήματα, έκαναν εξορμήσεις προς το χωριό, χωρίς ποτέ να φθάσουν μέχρι το Χέλι. Έφθαναν μέχρι τον Αμαριανό και γύριζαν πάλι στο Ναύπλιο ή στο Αργός.