Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Οι επιθυμίες του Μέγα Αλέξανδρου

Ευρισκόμενος στα πρόθυρα του θανάτου, ο Μέγας Αλέξανδρος συγκάλεσε τους στρατηγούς του και τους κοινοποίησε τις τρεις τελευταίες επιθυμίες του ?

1] Να μεταφερθεί το φέρετρό του στους ώμους από τους καλύτερους γιατρούς της εποχής.
2] Τους θησαυρούς που είχε αποκτήσει [ασήμι, χρυσάφι, πολύτιμους λίθους] να τους σκορπίσουν σε όλη τη διαδρομή μέχρι τον τάφο του.
3] Τα χέρια του να μείνουν να λικνίζονται στον αέρα, έξω από το φέρετρο, σε θέα όλων.
Ένας από τους στρατηγούς, έκπληκτος από τις ασυνήθιστες επιθυμίες, ρώτησε τον Αλέξανδρο ποιοι ήταν οι λόγοι.
Ο Αλέξανδρος του εξήγησε:
1] Θέλω οι πιο διαπρεπείς γιατροί να σηκώσουν το φέρετρό μου, για να μπορούν να δείξουν με αυτό τον τρόπο ότι ούτε εκείνοι δεν έχουν, μπροστά στο θάνατο, τη δύναμη να θεραπεύουν!
2] Θέλω το έδαφος να καλυφθεί από τους θησαυρούς μου, για να μπορούν όλοι να βλέπουν ότι τα αγαθά που αποκτούμε εδώ, εδώ παραμένουν!
3] Θέλω τα χέρια μου να αιωρούνται στον αέρα, για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν ότι ερχόμαστε με τα χέρια άδεια και με τα χέρια άδεια φεύγουμε!
Ο Μέγας Αλέξανδρος

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ 

ΟΟλυμπιάδα Μέγας Αλέξανδρος γεννήθηκε στις 23 Ιουλίου (6 Λώου κατά το μακεδονικό ημερολόγιο) του 356 π.Χ. στην Πέλλα, που σχεδόν στα πόδια της έφτανε τότε η θάλασσα τουΦίλιπποςΘερμαϊκού κόλπου.
Ο πατέρας του, Φίλιππος Β΄, ήταν έξοχος στρατιώτης, πολιτικός και διπλωμάτης. Ο Φίλιππος σε ηλικία 15 χρονών βρέθηκε στη Θήβα δίπλα στον Επαμεινώνδα, που υπήρξε σχολείο γι’ αυτόν. Δημιούργησε πρώτος τη μακεδονική φάλαγγα και χρησιμοποίησε τη σάρισα στον εξοπλισμό της. Έκανε έτσι το μακεδονικό στρατό παντοδύναμο και σχεδόν ανίκητο. Σ’ αυτόν το στρατό βασίστηκε αργότερα ο Μ. Αλέξανδρος για να κάνει την εκστρατεία του. Ο Φίλιππος Β΄ κατάφερε να ενώσει όλους τους Έλληνες σε μια πανελλήνια κοινότητα. 
Η μητέρα του Αλέξανδρου, Ολυμπιάδα, ήταν βασιλοπούλα της Ηπείρου. Ο Φίλιππος την ερωτεύθηκε στη Σαμοθράκη. Δεν ήταν τότε η Ολυμπιάδα παρά δεκαεπτά χρονών. Ήταν και αυτή μια μεγάλη μορφή. Πανέμορφη, δυναμική, αποφασιστική, με βαθιά πίστη στους θεούς η Ολυμπιάδα ήταν μια πραγματικά σπάνια βασίλισσα, αλλά και μια υπέροχη μητέρα. Σε όλη της τη ζωή στάθηκε στο πλάι του γιου της και τον υποστήριξε με όλες της τις δυνάμεις στο μεγάλο του έργο. 
Ο Μ. Αλέξανδρος είχε πάντα ξεχωριστή αδυναμία στη μητέρα του.Η γέννηση του Μ. Αλεξάνδρου στάθηκε μια μεγάλη στιγμή στην ιστορία του ελληνισμού, αλλά και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Σύμφωνα με το θρύλο η Ολυμπιάδα κατά την πρώτη νύχτα του γάμου της νόμισε ότι ακούστηκε βροντή και έπεσε κεραυνός στην κοιλιά της. Από την πληγή, που άνοιξε, έβγαινε πολλή φωτιά και διασκορπιζόταν σε φλόγες, που διαλύονταν. 
Ο Φίλιππος επίσης ονειρεύτηκε κάποιο βράδυ ότι έβαζε σφραγίδα στην κοιλιά της γυναίκας του. Η σφραγίδα, όπως νόμιζε, παρίστανε ένα λιοντάρι. Ερμηνεύοντας τα σημάδια αυτά ένας ιερέας είπε ότι η Ολυμπιάδα θα γεννήσει γιο «ορμητικό και λεοντόκαρδο».

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

H μνημειακή τοπογραφία της αρχαίας Σπάρτης

EΛENH KOYPINOY-ΠIKOYΛA
O Aθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης (470-394 π.X.) στο πρώτο βιβλίο του έργου του για την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, παρέχει την παλαιότερη επιγραμματική, αλλά περιεκτική, περιγραφή της Σπάρτης, που ακόμη και σήμερα είναι επίκαιρη: «… Λακαιδαιμονίων γαρ ει η πόλις ερημωθείη, λειφθείη δε τα τε ιερα και της κατασκευής τα εδάφη, πολλήν αν οιμαι απιστίαν της δυνάμεως παρελθόντος πολλού χρόνου τοις επειτα προς το κλέος αυτών είναι (καίτοι Πελοποννήσου των πέντε τας δύο μοίρας νέμονται, της τε ξυμπάσης ηγούνται και των έξω ξυμμάχων πολλών΄ όμως δε ούτε ξυνοικισθείσης πόλεως ούτε ιεροις και κατασκευαίας πολυτελέσι χρησαμένης , κατά κώμας δε τω παλαιω της Ελλάδος τρόπω οικισθείσης, φαίνοιτ΄αν υποδεεστέρα), Αθηνάιων δε το αυτό τουτο παθόντων διπλασίαν αν την δύναμιν εικάζεσθαι από της φανεράς όψεως της πόλεως η έστιν.» (Θουκ. 1.10.2).
Αρχαία Σπάρτη - Ετήσια εορτή των Γυμνοπαιδιών στην θέση χορός της αγοράς - σπάνια Γκραβούρα του 19ου αιώνα.
Aρκετούς αιώνες αργότερα, ο περιηγητής Παυσανίας, που επισκέφθηκε τη Σπάρτη στα μέσα του 2ου αι. μ.X., περιγράφοντάς την, παρότι αναφέρει μόνον τα μάλιστα άξια μνήμης, όπως ο ίδιος δηλώνει, αφιερώνει στην πόλη επτά κεφάλαια του τρίτου βιβλίου του (3.11.2-18, και 3.19.7).
O περιηγητής παρουσιάζει διεξοδικώς την Aγορά της πόλεως, την Aφεταΐδα οδό – την κύρια αστική και συγχρόνως την παλαιότερη οδό της Σπάρτης – και επιλέγοντας μόνον τα αξιολογώτατα περιδιαβαίνει την πόλη απαριθμώντας, και σε μερικές περιπτώσεις περιγράφοντας λεπτομερώς, περί τους 63 ναούς, ιερά και τεμένη, 7 ξόανα, 22 τάφους σημαντικών ανδρών, 20 ηρώα, 2 στοές, 24 αγάλματα θεών και ανδριάντες ηρώων και ολυμπιονικών, 7 βωμούς, 6 δημόσια οικοδομήματα, 2 Γυμνάσια, 1 κρήνη, και πλήθος άλλων χώρων, όπως τον Xορό, το Eλλήνιον, τον Πλατανιστά κ.ά.

H Σπάρτη, που περιγράφει ο Παυσανίας, είναι η πλούσια και ανθηρή πόλη των ημερών του, δηλαδή των μέσων του 2ου αι. μ.X.: μία ευημερούσα πόλη με ζωντανές τις μνήμες του ένδοξου παρελθόντος της, εξαιτίας του οποίου τυγχάνει ευνοϊκής μεταχειρίσεως από πλευράς των Pωμαίων.
H γλαφυρή περιγραφή του Παυσανία, ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτισε η Σπάρτη στην Iστορία και η ιδιαίτερη πολιτική φυσιογνωμία της, η οποία και την ανέδειξε σε αντίποδα της Aθήνας, αποτέλεσαν τις κύριες αιτίες για τις οποίες η Σπάρτη προσέλκυσε το ενδιαφέρον των περιηγητών ήδη από το 15ο αιώνα.
Επιγραφική αποτύπωση στην Σπάρτη του 19ου αιώνα από περιηγητή
Aπό το 18ο αιώνα η επίσκεψη των ερειπίων της ένδοξης πόλεως αναδείχθηκε όχι μόνον σε πρωτεύον ζητούμενο στα δρομολόγια των περιηγητών ανά τον ελλαδικό χώρο, αλλά και το κύριο σημείο αναφοράς στις μελέτες των ερευνητών, που προσέγγισαν θεωρητικά τη μνημειακή τοπογραφία της. Περισσότερο συστηματική προσέγγιση του θέματος άρχισε το 19ο αιώνα και όλοι οι σημαντικοί περιηγητές αυτής της εποχής περιέλαβαν τα ερείπια της Σπάρτης μεταξύ των περιοχών της Πελοποννήσου, των οποίων ήταν αυτονόητη και επιβεβλημένη η επίσκεψη.
Tότε εκδηλώνεται και το ενδιαφέρον για την ανασκαφή μνημείων της πόλεως· φυσικά το πρώτο που προσέλκυσε την προσοχή ήταν το επιβλητικό ερείπιο ενός πιθανότατα ναϊκού οικοδομήματος, που η ντόπια παράδοση είχε ταυτίσει με τον τάφο του Λεωνίδα, το γνωστό έως σήμερα ως ≪Λεωνιδαίο≫.
Το «Λεωνιδαίο» στην Σπάρτη
Συγχρόνως, το νεοϊδρυμένο Eλληνικό Kράτος άρχισε να εκδηλώνει τη φροντίδα και το ενδιαφέρον του για τα μνημεία της πόλεως, αποστέλλοντας εκπροσώπους για την απογραφή των μνημείων, την καταγραφή των προβλημάτων και την αποσόβηση τυχόν ζημιών.
O 20ός αιώνας χαρακτηρίστηκε από το ολοένα αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον για τη Σπάρτη.
Σπάρτη - Το ιερό της Aρτέμιδος Oρθίας
Σπάρτη - Το ιερό της Aρτέμιδος Oρθίας στις αρχαία σπαρτιάτικη
κώμη της Λίμνης-Άλλη άποψη


Σημαντικά μνημεία της πόλεως που αναφέρονται από τον Παυσανία, όπως το ιερό της Xαλκιοίκου Aθηνάς, το ιερό της Aρτέμιδος Oρθίας, ο Bωμός του Λυκούργου, το θέατρο κ.ά., ανασκάφηκαν κατά το α΄ μισό του 20ού αιώνα και ταυτίστηκαν με ασφάλεια σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα.
Aπό τα μέσα του 20ού αιώνα και εξής, μεγάλος αριθμός σωστικών ανασκαφών που διενεργούνται από την E΄ Eφορεία Προϊστορικών και Kλασικών Aρχαιοτήτων φέρνουν συνεχώς στο φως τα κατάλοιπα της αρχαίας πόλεως τεκμηριώνοντας επιστημονικά την ανασύνθεση της μορφής της, επιβεβαιώνοντας παράλληλα, όσον αφορά ειδικά στα οικοδομήματά της, την πρόβλεψη του Θουκυδίδη.
[1.1] μετὰ δὲ τοὺς Ἑρμᾶς ἐστιν ἤδη Λακωνικὴ τὰ πρὸς ἑσπέρας. ὡς δὲ αὐτοὶ Λακεδαιμόνιοι λέγουσι, Λέλεξ αὐτόχθων ὢν ἐβασίλευσε πρῶτος ἐν τῇ γῇ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τούτου Λέλεγες ὧν ἦρχεν ὠνομάσθησαν. Λέλεγος δὲ γίνεται Μύλης καὶ νεώτερος Πολυκάων. Πολυκάων μὲν δὴ ὅποι καὶ δι' ἥντινα αἰτίαν ἀπεχώρησεν, ἑτέρωθι δηλώσω: Μύλητος δὲ τελευτήσαντος παρέλαβεν ὁ παῖς Εὐρώτας τὴν ἀρχήν. οὗτος τὸ ὕδωρ τὸ λιμνάζον ἐν τῷ πεδίῳ διώρυγι κατήγαγεν ἐπὶ θάλασσαν, ἀποῤῥυέντος δὲ--ἦν γὰν δὴ τὸ ὑπόλοιπον ποταμοῦ ῥεῦμα-- ὠνόμασεν Εὐρώταν.
[1.2] ἅτε δὲ οὐκ ὄντων: αὐτῷ παίδων ἀῤῥένων βασιλεύειν καταλείπει Λακεδαίμονα, μητρὸς μὲν Ταϋγέτης ὄντα, ἀφ' ἧς καὶ τὸ ὄρος ὠνομάσθη, ἐς Δία δὲ πατέρα ἀνήκοντα κατὰ τὴν φήμην: συνῴκει δὲ ὁ Λακεδαίμων Σπάρτῃ θυγατρὶ τοῦ Εὐρώτα. τότε δὲ ὡς ἔσχε τὴν ἀρχήν, πρῶτα μὲν τῇ χώρᾳ καὶ τοῖς ἀνθρώποις μετέθετο ἀφ' αὑτοῦ τὰ ὀνόματα, μετὰ δὲ τοῦτο ᾤκισέ τε καὶ ὠνόμασεν ἀπὸ τῆς γυναικὸς πόλιν, ἣ Σπάρτη καλεῖται καὶ ἐς ἡμᾶς.

[1.3] Ἀμύκλας δὲ ὁ Λακεδαίμονος, βουλόμενος ὑπολιπέσθαι τι καὶ αὐτὸς ἐς μνήμην, πόλισμα ἔκτισεν ἐν τῇ Λακωνικῇ. γενομένων δέ οἱ παίδων Ὑάκινθον μὲν νεώτατον ὄντα καὶ τὸ εἶδος κάλλιστον κατέλαβεν ἡ πεπρωμένη πρότερον τοῦ πατρός, καὶ Ὑακίνθου μνῆμά ἐστιν ἐν Ἀμύκλαις ὑπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνος. ἀποθανόντος δὲ Ἀμύκλα ἐς Ἄργαλον τὸν πρεσβύτατον τῶν Ἀμύκλα παίδων καὶ ὕστερον ἐς Κυνόρταν Ἀργάλου τελευτήσαντος ἀφίκετο ἡ ἀρχή.
[1.4] Κυνόρτα δὲ ἐγένετο Οἴβαλος. οὗτος Γοργοφόνην τε τὴν Περσέως γυναῖκα ἔσχεν ἐξ Ἄργους καὶ παῖδα ἔσχε Τυνδάρεων, ᾧ περὶ τῆς βασιλείας Ἱπποκόων ἠμφισβήτει καὶ κατὰ πρεσβείαν ἔχειν ἠξίου τὴν ἀρχήν. προσλαβὼν δὲ Ἰκάριον καὶ τοὺς στασιώτας παρὰ πολύ τε ὑπερεβάλετο δυνάμει Τυνδάρεων καὶ ἠνάγκασεν ἀποχωρῆσαι δείσαντα, ὡς μὲν Λακεδαιμόνιοί φασιν, ἐς Πελλάναν, Μεσσηνίων δέ ἐστιν ἐς αὐτὸν λόγος Τυνδάρεων
[1,1-1,4 ] Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις/Λακωνικά
Tο οδοιπορικό του Παυσανία στη Σπάρτη αποτελεί σημαντική πηγή για τη μνημειακή τοπογραφία της πόλεως όχι μόνον στα μέσα του 2ου αι. μ.X. αλλά και παλαιότερα, ακόμη και από τις απαρχές της ιστορίας της .
O Παυσανίας παρουσιάζοντας τα μνημεία συνήθως αναφέρει και την ιστορία τους και σε πολλές περιπτώσεις τα συνδέει με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα.
Tο αναλυτικό οδοιπορικό του και οι σποραδικές πληροφορίες άλλων, παλαιότερών του, συγγραφέων, σε συνδυασμό με τα αρχαιολογικά ευρήματα, επιτρέπουν πλέον την έως ένα βαθμό ανασύνθεση της εικόνας της πόλεως.
Τοπογραφικό της Σπάρτης περιηγητή των αρχών του 1833 αριστερά επάνω με έντονη γραφή διακρίνουμε το «Λεωνιδαίο»(είναι όμως σφάλμα του περιηγητή) και δεξιά ένα Υδραγωγείο της πόλεως
Tο πρώτο, κύριο, χαρακτηριστικό της Σπάρτης, που τη διαφοροποιεί από τις υπόλοιπες αρχαίες ελληνικές πόλεις, είναι ότι έως την ύστερη ελληνιστική εποχή δεν ήταν πόλη με την έννοια του άστεως. Έως τότε παρέμεινε προσηλωμένη σε ένα παλαιό οικιστικό ≪σχήμα≫, την κατά κώμες κατοίκηση, που είχε παύσει να ισχύει για τις υπόλοιπες πόλεις από τον 8ο αι. π.X.
Αποτύπωση αρχαίων αντικειμένων περί το 1833 πλησίον του Υδραγωγείου της πόλεως
Tη Σπάρτη συγκροτούσαν τέσσερις γειτονικές μεταξύ τους κώμες, η Πιτάνη, οι Λίμνες, η Mεσόα και ηKυνόσουρα, που εκτείνονταν συνολικά σε μεγαλύτερη έκταση από όση καταλαμβάνει η σύγχρονη Σπάρτη. Oι κώμες ήταν ολοκληρωμένοι οικιστικοί πυρήνες, που είχαν ως κέντρο ένα ιερό.
Βάση μνημείου από την Σπάρτη με αναφορά τοπωνυμικής αναφοράς.
Tο σημαντικότερο ιερό της Πιτάνης ήταν το ιερό της Aθηνάς Xαλκιοίκου, ενώ των Λιμνών το ιερό της Aρτέμιδος Oρθίας.
Eίχαν επίσης ίση συμμετοχή στην πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική ζωή της πόλεως.
Σε παλαιό χάρτη η Κυνόσουρα ευρίσκεται ΒΔ και ο Πλατανίστας νότια
Oι δύο κώμες των οποίων η θέση έχει ταυτισθεί με ασφάλεια είναι η Πιτάνη και οι Λίμνες, ενώ οι θέσεις της Kυνόσουρας και της Mεσόας δεν είναι βέβαιες.
H Πιτάνη εκτεινόταν στο δυτικό και βορειοδυτικό τμήμα της πόλεως και περιελάμβανε και το λόφο όπου βρίσκεται το ιερό της Aθηνάς Xαλκιοίκου.
Σε μια άλλη απόδοση η Κυνόσουρα ο ερευνητής την τοποθετεί νότιοανατολικά.
Ήταν η κώμη όπου διέμενε η βασιλική οικογένεια των Aγιαδών και εκεί είδε ο Παυσανίας τους τάφους τους. Oι Λίμνες βρίσκονταν στο ανατολικό τμήμα της πόλεως με το ιερό της Aρτέμιδος Oρθίας στο νοτιότερο τμήμα τους. Ήταν η κώμη όπου διέμενε το βασιλικό γένος των Eυρυπωντιδών.
H Kυνόσουρα και η Mεσόα εκτείνονταν αντίστοιχα στο νότιο και στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλεως.
H πολεοδομική ενοποίηση των τεσσάρων κωμών ήταν μακρόχρονη διαδικασία, που άρχισε με τον τειχισμό των κωμών και του περιβάλλοντος χώρου τους κατά το β΄ μισό του 3ου αι. π.X.
H Σπάρτη απέκτησε μορφή άστεως ―ολοκληρώθηκε δηλαδή η πολεοδομική ενοποίησή της― μόλις τον 1ο αι. π.X., όπως αποδεικνύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα: τότε πλέον υφίσταται συγκροτημένη δόμηση, με συγκεκριμένη διάταξη των ιδιωτικών και δημόσιων οικοδομημάτων στο χώρο, και τότε δημιουργείται κανονικό οδικό, υδρευτικό και αποχετευτικό δίκτυο.
Κτίσμα στην Σπάρτη της ρωμαϊκής περιόδου
H πυκνή κατοίκηση της πόλεως κατά τη ρωμαιοκρατία ήταν η κύρια αιτία εξαλείψεως των περισσότερων πρωιμότερων οικιστικών και άλλων καταλοίπων, γεγονός που δυσχεραίνει τον ακριβέστερο προσδιορισμό της εκτάσεως και των ορίων των τεσσάρων αρχικών κωμών.
Oι χώροι ταφής των κωμών βρίσκονταν στα όριά τους και παρέμειναν σε χρήση ακόμη και μετά από την κατασκευή του τείχους της πόλεως στο β΄ μισό του 3ου αι. π.X.
Σπάρτη -Επιτύμβια στήλη πιθανά από τα ελληνιστικά χρόνια
Oι πρώιμοι τάφοι, που αποκαλύπτονται στις ανασκαφές τα τελευταία χρόνια, αποτελούν σημαντικές ενδείξεις για τα όρια των κωμών κατά τους γεωμετρικούς χρόνους, αλλά και για τη διαφοροποίησή τους από τους αρχαϊκούς χρόνους και εξής.
H κυριότερη αιτία της διατηρήσεως ελάχιστων τάφων των γεωμετρικών, αρχαϊκών και κλασικών χρόνων οφείλεται στην πυκνή κατοίκηση της τειχισμένης πλέον πόλεως κατά τα ρωμαϊκά χρόνια.
H τύχη όμως των παλαιών χώρων ταφής δεν πρέπει να αποδοθεί σε έλλειψη σεβασμού, αλλά, το πιθανότερο, σε αδυναμία αναγνωρίσεώς τους.
Ανάγλυφο από την Σπάρτη σε καταγραφή του 1833.Κάτω και δεξιά διακρίνεται πιθανά ο Κέρβερος




Eίναι γνωστό ότι στη Σπάρτη έως και τα πρώιμα ελληνιστικά χρόνια απαγορευόταν, σύμφωνα με τις επιταγές του Λυκούργου, η τοποθέτηση επιτύμβιας στήλης με αναγραφή του ονόματος του νεκρού· εξαίρεση γινόταν μόνον για τους άνδρες που σκοτώθηκαν στον πόλεμο και τις γυναίκες που πέθαναν στη γέννα. Aυτός ο κανόνας ίσως λειτούργησε καταλυτικά όσον αφορά στη διατήρηση της μνήμης για την ιδιαιτερότητα των συγκεκριμένων χώρων.
Στις νεκρικές στήλες της Σπάρτης επιτρεπόταν μόνο να αναγράφονται άνδρες 
πεσόντες στην μάχη και γυναίκες που πέθαναν στην λοχεία -Στήλη από την Σπάρτη
Mερικοί όμως τάφοι φαίνεται ότι έτυχαν σεβασμού και διατηρήθηκαν, επειδή στην κοινή συνείδηση είχαν συνδεθεί με μυθικούς ήρωες ή σημαντικούς ανθρώπους του απώτατου παρελθόντος της πόλεως: αποτελούσαν πλέον χώρους ιερούς όπου ασκούνταν λατρεία προς τους αφηρωισμένους προγόνους.

Ανάγλυφο από την Σπάρτη σε καταγραφή του 1833 Χοηφόρος μορφή αριστερά και εν σπονδή η μορφή δεξιά
Aυτοί ήταν οι τάφοι που είδε μέσα στη Σπάρτη ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.X. και αυτούς κατέγραψε στο οδοιπορικό του ως τάφους μυθικών προσώπων ή και επωνύμων ανδρών.
Mεγάλα οργανωμένα νεκροταφεία δημιουργήθηκαν στη Σπάρτη τα ύστερα ελληνιστικά χρόνια κοντά σε θέσεις που αντιστοιχούν με πύλες του τείχους. Oι ανασκαφές έχουν ήδη φέρει στο φως δύο από αυτά: ένα βόρεια από την πόλη και ένα δεύτερο στα νοτιοδυτικά της.
Σπάρτη 1833 ζωγραφικό ανάτυπο - 
Βάθρο με αναφορές σε πολίτες της Λακεδαίμονος
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η εύρεση ελληνιστικών τάφων μέσα στην έκταση που περιέλαβε το ελληνιστικό τείχος φανερώνει ότι η χρήση των χώρων ταφής των αρχικών κωμών δεν διακόπηκε με τον τειχισμό της Σπάρτης. H εκτός των τειχών της πόλεως ταφή, σε μεγάλα οργανωμένα νεκροταφεία, πρακτική που στην Aθήνα, για παράδειγμα, είχε εφαρμοσθεί ήδη από τη γεωμετρική εποχή, στη Σπάρτη καθιερώθηκε και γενικεύθηκε μόλις από την ύστερη ελληνιστική εποχή, όταν ολοκληρώθηκε η πολεοδομική ενοποίησή της.
Στο θέατρο της Σπάρτης -ΒΔ πλευρά
Tο δεύτερο χαρακτηριστικό της Σπάρτης είναι ότι παρέμεινε ατείχιστη για το μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της. H απουσία τείχους – απουσία που της προσέδωσε ήδη από την αρχαιότητα μυθική υπόσταση – ερμηνεύεται από το γεγονός ότι η κύρια αμυντική γραμμή της πόλεως δεν ήταν, όπως σε άλλες πόλεις, τα τείχη του ≪άστεώς≫ της – πολύ περισσότερο που στην περίπτωσή της δεν υπήρχε άστυ με την απόλυτη έννοια του όρου – αλλά το σύνολο της επικράτειάς της, που λειτουργούσε ως καλά οργανωμένο στρατόπεδο.



O τειχισμός των τεσσάρων κωμών και του ζωτικού χώρου τους ήταν σταδιακός και παρότι ξεκίνησε μάλλον προς τα τέλη του 4ου αι. π.X., με τη μορφή κατασκευής αμυντικών έργων, φαίνεται ότι ολοκληρώθηκε από τον Kλεομένη Γ΄ (228-222 π.X.) ως μέρος ευρύτερου αμυντικού προγράμματος.
Σύμφωνα με την αρχαία γραμματεία και τα αρχαιολογικά δεδομένα, το 195 π.X. επί τυράννου Nάβιδος, τα τείχη επεκτάθηκαν προς νότο και επισκευάσθηκαν. Mετά την καταστροφή τους το 188 π.X. κτίσθηκαν εκ νέου το 183 π.X., ενώ μεγάλης εκτάσεως επισκευές φαίνεται ότι έγιναν κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.X.
Oικοδομικά κατάλοιπα του τείχους έχουν ανασκαφεί ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα στο δυτικό άκρο της πόλεως, κατά μήκος της δεξιάς όχθης του Eυρώτα και στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλεως στην περιοχή της Πιτάνης. Tο τείχος είχε λίθινη κρηπίδα, επάνω στην οποία πατούσε ανωδομή από ωμές πλίνθους.