Σ΄αυτό το ιστολόγιο θα διαβάσετε εκτός των άλλων και την ιστορία του χωριού Αραχναίο που βρίσκεται στο Νομό Αργολίδας.



Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

96. Εκταφή των Θυμάτων από το Πηγάδι


Είναι πια καλοκαίρι του 1945,τα πράγματα έχουν ηρεμήσει αρκετά και κάποια σχετική ασφάλεια υπάρχει παντού. Δεν υπάρχουν ούτε κατακτητές πια στον τόπο μας, μα ούτε και άτακτα τμήματα ανταρτών που να ταλαιπωρούν τον τόπο. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού έχουν γυρίσει σπίτια τους, όσοι βέβαια έχουν απομείνει, αφού εκατόν δέκα τέσσερα άτομα απουσιάζουν από το προσκλητήριο της ζωής.
Οι συγγενείς των θυμάτων που βρίσκονταν μέσα στο πηγάδι της Αγνάντας μαζεύτηκαν τότε και πήραν τη μεγάλη απόφαση, να πάνε στον τόπο του μαρτυρίου των εξήντα Χελιωτών, να βγάλουν τα πτώματα από το πηγάδι και να τα μεταφέρουν στο χωριό, για να τα εναποθέσουν στο κοιμητήριο του χωριού τους με δόξα και τιμές όπως αξίζει στα αθώα αυτά θύματα, τους μάρτυρες των αγώνων για την απελευθέρωση και την προστασία της Πατρίδας μας. Αρχίζουν οι σχετικές προετοιμασίες. Κατασκευάζονται πρώτα από όλα εξήντα πρόχειρα φέρετρα μέσα στα οποία θα τοποθετηθούν ότι θα έχουν απομείνει από τα εξήντα πτώματα που βρίσκονται ακόμα μέσα στο πηγάδι της Αγνάντας ένα ακριβώς χρόνο
Νύχτα πριν ξημερώσει η 25η Ιουλίου 1945, φορτώνονται τα φέρετρα ανά δύο στα μουλάρια και μια φάλαγγα χαροκαμένων χωρικών ξεκινάει από το μαρτυρικό Χέλι για να φθάσει στο πηγάδι της Αγνάντας, να βγάλουν από μέσα τα εξήντα πτώματα των σφαγιασθέντων συγγενών, από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ και να τα μεταφέρουν στο χωριό για την ταφή. Η πορεία προς την Αγναντα γίνεται νύχτα μέσα από ένα δύσβατο μονοπάτι και με το ξημέρωμα η φάλαγγα βρίσκεται μπροστά στο πηγάδι με τα πτώματα των Χελιωτών.
Εκεί βρίσκονται και οι συγγενείς των θυμάτων από τη Νέα Επίδαυρο και τις άλλες περιοχές που οι δικοί τους σφάχτηκαν μαζί με τους Χελιώτες και πετάχτηκαν και αυτοί μέσα στο ίδιο πηγάδι. Στην Αγναντα εκεί στο χώρο γύρω από το πηγάδι είχαν φθάσει πρωί-πρωί και οι αρχές του Νομού από το Ναύπλιο. Ο Ανακριτής του β' τμήματος κ. Κόλλιας Σπυρίδων, συνοδευόμενος από τους Γιατρούς Γεώργιο Οικονομόπουλο και Βασίλειο Τόσκα που είχαν οριστεί από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές, σαν Ιατροδικαστές. Μαζί τους και ο Νομίατρος Αργολίδας κ. Δημήτριος Στάϊκος και δημοσιογράφοι του τοπικού τύπου, με σκοπό να ενεργήσουν αυτοψία και νεκροψία στα πτώματα των αγρίως σφαγιασθέντων εξήντα ανδρών, γυναικών και παιδιών κατοίκων του Χελιού, αλλά και των άλλων πτωμάτων από την περιοχή εκείνη που βρίσκονταν μαζί μέσα στο πηγάδι.
Στο μαρτυρικό τόπο της σφαγής εκτός από τις αρχές του Νομού και τους συγγενείς των θυμάτων, είχαν μαζευτεί και ένα πλήθος κόσμου, τόσο από το Χέλι, όσο και από τα γύρω χωριά της Επιδαύρου και της Δήμαινας, για να παρακολουθήσουν την μακάβρια τελετή της ανάσυρσης των πτωμάτων μέσα από το πηγάδι και της αναγνώρισης αυτών από τους συγγενείς των.
Όταν ο καυτερός ήλιος του Ιουλίου άρχισε να ανεβαίνει πάνω από τον ορίζοντα, νέοι του χωριού, παιδιά κυρίως γονιών που βρίσκονταν μέσα στο πηγάδι, αλλά και αδέλφια των θυμάτων, κατέβηκαν με σχοινιά μέσα στο πηγάδι, αφού πρώτα κάλυψαν τα πρόσωπα τους, εκτός από τα μάτια, με μαντήλια ραντισμένα με κολόνια για να μετριάσουν την δυσοσμία που ένοιωθαν μέσα στο πηγάδι και άρχισαν αμέσως το έργο τους.
Πρώτα με προσοχή αφαίρεσαν όλα τα κλαδιά των θάμνων που οι αντάρτες είχαν ρίξει μέσα στο πηγάδι, επάνω από τα πτώματα και αφού πρώτα αυτά ανασύρθηκαν, άρχισαν έπειτα να ξεχωρίζονται ένα-ένα τα πτώματα, να τυλίγονται προσεκτικά με σεντόνια και αφού τα έδεναν με τριχιές, τα ανέβαζαν επάνω και εκεί σε ένα πλάτωμα που υπήρχε, τα τοποθετούσαν σε παράταξη για να ακολουθήσει έπειτα η αναγνώριση από τους συγγενείς και φίλους. Μέσα στο πηγάδι υπήρχε κάποια δυσκολία στο να ξεχωρίζουν τα πτώματα, γιατί αυτά ήσαν καταπλακωμένα από ένα μεγάλο ογκόλιθο που οι αδίστακτοι σφαγείς είχαν ρίξει μέσα επάνω στα πτώματα για να αποτρέψουν κάθε ενδεχόμενο, κάποιος επιζών από τη σφαγή να βγει έξω από το πηγάδι. Ο ογκόλιθος αυτός ήταν αδύνατο να ανασυρθεί έξω από το πηγάδι, με τα μέσα που υπήρχαν τότε εκεί και γι' αυτό το λόγο έπρεπε από καιρού εις καιρόν να μετακινείται μέσα στο πηγάδι με κύλιση, για να ελευθερώνονται τα πτώματα και να γίνεται εύκολη η αποκόλληση αυτών και το ανέβασμα επάνω.
Σε αυτές τις τραγικές στιγμές η μοίρα με έφερε εδώ να παραβρίσκομαι και εγώ σε αυτόν τον τόπο για να παραλάβω τον πατέρα μου και τον μεγάλο μου αδελφό που βρίσκονταν εκεί μέσα σφαγμένοι μαζί με τους άλλους Χελιώτες. Όλα τα πτώματα βρέθηκαν ακέραια και μουμιοποιημένα, ο πατέρας μου ολάκερος, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του δεν ήσαν καθόλου αλλοιωμένα και πολύ εύκολα μπορούσε κανείς να τον αναγνωρίσει.
Το ίδιο συνέβαινε και με όλα τα άλλα πτώματα και δεν παρουσιάστηκε καμιά δυσκολία στην αναγνώριση τους. Ο αδελφός μου βρέθηκε και αυτός στην ίδια κατάσταση, με μόνη τη διαφορά ότι σε αυτόν το κεφάλι του βρέθηκε τελείως αποκομμένο από το σώμα του και λίγο πιο μακριά από αυτό. Ήταν η μοναδική περίπτωση από όλα τα πτώματα, που βρέθηκε ακέφαλο και το κεφάλι του ξεχωριστά από το σώμα του.
Ίσως η μανία του σφαγέα να ήταν τόση μεγάλη που να του ξέφυγε το μαχαίρι και να κόπηκε ο λαιμός του Δημητρίου Μπιμπή πέρα για πέρα. Στις τσέπες των θυμάτων βρέθηκαν και όλα τους τα προσωπικά αντικείμενα, πορτοφόλια, ταυτότητες, ακόμα και χρήματα, χωρίς βέβαια καμιά αξία, αφού την εποχή της σφαγής ο πληθωρισμός κάλπαζε από το πρωί μέχρι το βράδυ δέκα φορές επάνω.
Η μακάβρια αυτή τελετή, να ανασυρθούν τα πτώματα έξω και να γίνει η αναγνώριση τους, κράτησε αρκετές ώρες και μετά ακολούθησε η διαδικασία της αυτοψίας και νεκροψίας, από τον ανακριτή και τους Ιατροδικαστές.
Διαπιστώθηκε ότι όλα τα πτώματα έφεραν τα ρούχα τους, είχαν δεμένα τα χέρια τους πίσω με καλώδια και με σύρματα, σε πολλούς δε ήσαν δεμένα και τα πόδια τους κάτω. Είχαν όλοι τραύματα στο λαιμό με δύο-τρεις μαχαιριές και δεν υπήρχε καμιά άλλη κάκωση σε ολόκληρο το σώμα, εκτός του Δημητρίου Μπιμπή που βρέθηκε το κεφάλι του τελείως αποκομμένο από το υπόλοιπο σώμα.
Κανένας δεν είχε θανατωθεί με πυροβόλο όπλο, όλοι ήσαν σφαγμένοι και όλοι τους, πλην ενός που ο θάνατος ήταν ακαριαίος, είχαν πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία, άλλοι μεν γρήγορα όταν τα τραύματα στο λαιμό ήσαν καίρια και άλλοι αργά, όταν τα τραύματα ήσαν επιπόλαια.
Το γεγονός ότι πολλοί από αυτούς πέθαναν πολύ αργά, επαληθεύτηκε από τις μαρτυρίες των ανθρώπων, που τυχαία βρίσκονταν εκεί κοντά και έζησαν τις τραγικές εκείνες στιγμές, οι οποίοι άκουγαν και τις οιμωγές μέσα από το πηγάδι όλη τη νύχτα της σφαγής, όπως και προηγούμενα έχει αναφερθεί

Φοτογραφίες πρόσφατες το Μαϊο





Σάββατο, 14 Μαΐου 2011

95. Γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι την εκταφή των πτωμάτων


Οι ένοπλοι του χωριού ήταν αδύνατο να επιστρέψουν πάλι στο χωριό, μια και η περιοχή ολόκληρη έμενε ανταρτοκρατούμενη και οι περισσότεροι κάτοικοι του Χελιού κατέβηκαν στο Ναύπλιο μαζί με τις οικογένειες τους, όσα βέβαια μέλη είχαν γλιτώσει από το μαχαίρι των ανταρτών. Οι ένοπλοι άνδρες είχαν ενταχθεί στα Τάγματα Ασφαλείας μέχρι και τον Οκτώβρη του 1944 που πραγματοποιήθηκε η αποχώρηση των Γερμανών από τον Ελληνικό χώρο.
Δεν είχαν περάσει πολλές ημέρες από τη σφαγή των ομήρων και ένα πρωινό παρουσιάστηκε στο χωριό περιστοιχιζόμενος από πολλούς μαχητές αντάρτες, ο Κωνσταντίνος Μάρας, υπεύθυνος του ΕΑΜ Πελοποννήσου και πολιτικός καθοδηγητής της ίδιας περιοχής, ο οποίος προσποιούμενος άγνοια για όσα στο χωριό είχαν συμβεί, έχυνε κροκοδείλια δάκρυα για τον άδικο χαμό τόσων ανθρώπων, ανάμεσα στους οποίους ήσαν και τα πρώτα του εξαδέλφια, Γεώργιος Μάρας και η σύζυγος του Μαγδαληνή, που στο σπίτι τους τον φιλοξενούσαν για πέντε ολόκληρα χρόνια, όταν εξόριστος από την δικτατορία του Μεταξά, βρισκόταν στο Χέλι.
Ούτε τα εξαδέλφια του βρήκε ζωντανά, μα ούτε και το σπίτι που τον φιλοξενούσε τα πέντε αυτά χρόνια, υπήρχε πια και αυτό μαζί με τα υπάρχοντα του είχε μεταβληθεί σε ένα σωρό από ερείπια, έπειτα από τη φωτιά που είχαν βάλει οι αντάρτες στο χωριό. Έκλαιγε και οδύρετο, λέγοντας πως αν τον είχαν ειδοποιήσει έγκαιρα, δεν θα επέτρεπε ποτέ να γίνει τέτοιο κακό στο χωριό που ήταν και δική του πατρίδα.
Κανένας όμως στο χωριό δεν μπορούσε να πιστέψει ποτέ, ότι όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί σε αυτό και που είχαν συνταράξει το πανελλήνιο, έγιναν χωρίς τη γνώση του Γενικού πολιτικού υπευθύνου της Πελοποννήσου Κωνσταντίνου Μάρα. Ο Κώστας Μάρας έδωσε υποσχέσεις στο χωριό πως τίποτα άλλο δεν επρόκειτο να συμβεί σε αυτό. Μα τι άλλο μπορούσε να συμβεί πέρα από το γεγονός, ότι ογδόντα πέντε συνολικά άτομα σφάχτηκαν κατά τον αγριότερο τρόπο και πάνω από πενήντα σπίτια είχαν γίνει παρανάλωμα του πυρός, μαζί με τα υπάρχοντα τους μέσα.
Κατάλαβε τότε και ο ίδιος πως μέσα στο χωριό, ανάμεσα στους πατριώτες του, δεν είχε πια καμιά θέση και αναγκάστηκε να φύγει το γρηγορότερο, χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει στο χωριό έστω και σαν επισκέπτης.
Έτσι οι Χελιώτες βυθισμένοι στη θλίψη και στην απόγνωση, περνούν τον καιρό τους, αναλογιζόμενοι το μεγάλο κακό που απροσδόκητα τους είχε βρει, λίγους μόνο μήνες, πριν από την αποχώρηση των κατακτητών από τη χώρα μας και θρηνούσαν έτσι άλλα ογδόντα πέντε θύματα, που προστέθηκαν στα είκοσι εννέα πρώτα θύματα των Γερμανών , συνολικά εκατόν δέκα τέσσερα θύματα μέσα σε δύο μήνες, άνθρωποι αθώοι που είχαν πληρώσει με τη ζωή τους την απερισκεψία ορισμένων ατόμων μέσα από το χωριό, οι οποίοι αρκέστηκαν να προστατέψουν μόνο το δικό τους τομάρι, αδιαφορώντας για τη ζωή των άλλων και για τους συγγενείς τους ακόμα τους οποίους εγκατέλειψαν στο έλεος των σφαγιαστών.
Μετά την απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944, τα Τάγματα Ασφαλείας στο Ναύπλιο διαλύθηκαν και όλοι οι Ταγματασφαλίτες Χελιώτες διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη, αρκετοί δε από αυτούς κατέφυγαν στην Αθήνα, για να σώσουν το κεφάλι τους, αφού κανείς δεν τους ήξερε και επομένως ήσαν ασφαλείς. Εκεί στην Αθήνα βρέθηκε μεταξύ των άλλων και ο Παπαγιώργης, χωρίς ράσα και χωρίς γένια, περιμένοντας και αυτός να ηρεμίσουν τα πράγματα για να ξαναγυρίσει πάλι στο χωριό.
Και ενώ όλοι οι Έλληνες γιορτάζουν την απελευθέρωση της πατρίδας μας από τους βάρβαρους κατακτητές, μονάχα οι Χελιώτες δεν γιορτάζουν παρά θρηνούν τους δικούς τους ανθρώπους που η μοίρα τους έταξε να μη γευθούν τη λευτεριά της πατρίδας τους. Πικρό είναι το παράπονο των περισσοτέρων από τους συγγενείς των θυμάτων, γιατί οι άνθρωποι τους που σήμερα δεν υπάρχουν πια στη ζωή, είχαν βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, των Γερμανών και των ανταρτών.
Τι να ειπούν οι άμοιροι αυτοί και που να εκφράσουν τον πόνο τους και το παράπονο τους αναλογιζόμενοι πως ενώ οι Γερμανοί κατακτητές σκότωσαν είκοσι εννέα ανθρώπους τους και δύο μήνες αργότερα ήλθαν οι αντάρτες Έλληνες τώρα αυτοί και πήραν από κοντά τους ότι είχαν αφήσει οι Γερμανοί, γονείς, αδέλφια, παιδιά των εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς, για να τους σφάξουν έπειτα αυτοί κατά τον αγριότερο τρόπο.
Από το ένα μέρος οι οικογένειες αυτές κατηγορήθηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους σαν αριστερές και συνεργαζόμενες με τους αντάρτες του ΕΑΜ και δύο μήνες αργότερα οι ίδιες οικογένειες κατηγορήθηκαν από τους αντάρτες σαν αντιδραστικές και εξοντώθηκαν τελείως, ενώ αυτοί που ουσιαστικά υπηρέτησαν και τους αντάρτες και τους Γερμανούς, δεν έπαθαν τίποτα.
Οι γενιές που έρχονται ας κρίνουν τα γεγονότα αυτά και ας δικαιώσουν ή καταδικάσουν κατά τη δική τους κρίση, τις σκέψεις αυτές των απογόνων όλων των θυμάτων της κατοχής.